Οκτώ προτάσεις των Μάνατζερς Υγείας για το ΕΣΥ της μετά κρίσης
Πηγή: EUROKINISSI

Και όμως, «Δωρεάν υγεία» δεν υπάρχει, παρά μόνο ως… παραπλανητικό σύνθημα.

Και αυτό, διότι το συνολικό κόστος για όλο τον πληθυσμό καταβάλλεται αποκλειστικά από όσους πολίτες επιβαρύνονται μέσω της φορολογίας, των ασφαλιστικών εισφορών, της «συμμετοχής» και των άλλων άμεσων πληρωμών, νομοθετημένων ή άδηλων.

Την ίδια ώρα, εάν θέλουμε να μιλάμε για την επόμενη ημέρα του ΕΣΥ, θα πρέπει να δούμε το Σύστημα μέσα από τον ψηφιακό του μετασχηματισμό. Συγκεκριμένα, αν ο δημόσιος τομέας Υγείας δεν διεκδικήσει άμεσα και επιθετικά την είσοδό του σε περιβάλλον Ψηφιακού Μετασχηματισμού, με δεδομένες μάλιστα τις οικονομικές συνθήκες στην Ελλάδα, είναι προφανές ότι θα εξελιχθεί σύντομα σε «σύστημα μέριμνας των αναξιοπαθούντων» από κακοπληρωμένο και μέτριο προσωπικό, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία των δυνάμενων πολιτών θα υποχρεωθεί ν’ αναζητήσει έγκαιρες και ποιοτικές υπηρεσίες στον ιδιωτικό τομέα.

Το ΕΣΥ της διά-κρισης

Η τεχνολογία αλλάζει ριζικά τον τρόπο παραγωγής και διάθεσης των υπηρεσιών υγείας. Η τεχνητή νοημοσύνη, η μηχανική μάθηση, οι ηλεκτρονικές εφαρμογές και η ψηφιακή διοίκηση, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση των bigdata που συγκεντρώνει ο δημόσιος τομέας και την αναγκαία υποκίνηση του κατάλληλου προσωπικού, μπορούν να οδηγήσουν το ΕΣΥ στη διά-κριση, δηλαδή στην υπέρβαση της κρίσης με επίλυση των γενικών και ειδικών μειονεκτημάτων του και χωρίς την ανάγκη πρόσθετων οικονομικών πόρων, αλλά με ανακατανομή αυτών. Η συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα είναι σκόπιμη, όπου απαιτείται.

Στην παραπάνω διαπίστωση καταλήγουν οι Μάνατζερς υγείας (Ελληνική Εταιρεία Μάνατζερς Υπηρεσιών Υγείας), με αφορμή μία σειρά από συμπεράσματα που προέκυψαν από το πρόσφατο 20ο ετήσιο συνέδριό τους πριν λίγο καιρό.

Η ΕΕΜΥΥ είναι μία Επιστημονική Ένωση, που μιλάει έξω από τα δόντια και δεν διστάζει να πάρει θέση όσο σκληροπυρηνική και εάν είναι.

Μία σκληρή θέση, αφορά, στον ίδιο τον θεσμό του manager, καθώς όπως σημειώνει, «Έχει απαξιωθεί ο θεσμός του Διοικητή με την εμφανή αγνόηση της διοικητικής επάρκειας και την υποτίμηση της τεχνοκρατικής ικανότητας, έναντι της πολιτικής (κομματικής) ιδιότητας του συνόλου σχεδόν των επιλεγόμενων. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις οφείλονται στην επίδραση του νόμου των πιθανοτήτων και πολλές φορές, όταν εντοπισθεί ικανός διοικητής, απομακρύνεται με συνοπτικές διαδικασίες, κατ’  απαίτηση των συνδικαλιστικών ή κομματικών παραγόντων».

Η ΕΕΜΥΥ, υπογραμμίζει ότι στην Ελλάδα κατά τις τελευταίες δεκαετίες, είναι προφανής η έλλειψη συγκεκριμένης, σφαιρικής και ασθενοκεντρικής Πολιτικής Υγείας. Μετά τον Ν.1397/1983 του Παρασκευά Αυγερινού για την ίδρυση του ΕΣΥ, η μόνη απόπειρα διατύπωσης στρατηγικής για την Υγεία υπήρξε ο Ν.2889/2001 του Αλέκου Παπαδόπουλου. Και οι δύο αυτές προσπάθειες δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, σημειώνει η Ένωση, προσθέτοντας, ότι «ο δημόσιος τομέας χαρακτηρίζεται διαχρονικά από την επικράτηση συντεχνιακών και ψηφοθηρικών λογικών, με ταυτόχρονη απαξίωση του επιστημονικού management και συνεχή αναπαραγωγή αποτυχημένων σχεδιασμών και πρακτικών. Επιδιώκεται η ποσοτική επέκταση των δομών, αντί της ποιοτικής αναβάθμισης των υπηρεσιών».

Όχι άλλη αύξηση ιδιωτικής δαπάνης

Είναι προφανές ότι, στην Ελλάδα δεν υπάρχει δυνατότητα αύξησης των δημόσιων δαπανών υγείας, στο άμεσο μέλλον, ενώ θα ήταν επώδυνη ή και καταστροφική η περαιτέρω αύξηση της ιδιωτικής δαπάνης, τονίζει η Ένωση και συνεχίζει: «Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωσε πρόσφατα ότι το 20% των δαπανών υγείας στις χώρες-μέλη αναλώνεται αντιοικονομικά και καταχρηστικά. Ειδικά για την Ελλάδα ισχυριζόμαστε - μετά λόγου γνώσεως- ότι το ποσοστό αυτό υπερβαίνει ενδεχομένως και το 30%, γεγονός απαράδεκτο, αντικοινωνικό και ασύμβατο προς την οικονομική κατάσταση της χώρας.

Ως μόνη συνετή πολιτική για το μέλλον προβάλλουν αφενός η πιθανή επανεξέταση του τρόπου συγκρότησης και εσωτερικής σύνθεσης των δαπανών υγείας, αφετέρου ο επανακαθορισμός της άριστης χρήσης τους, με εργαλεία τις σύγχρονες τεχνολογίες παραγωγής και διανομής των πράγματι αναγκαίων υπηρεσιών και με κριτήριο την κοινωνική ωφελιμότητα».

Όπως ισχύει στην εξωνοσοκομειακή περίθαλψη, η «συμμετοχή» των χρηστών με ιδιωτική δαπάνη πρέπει να ενισχύσει και τις δημόσιες νοσοκομειακές δομές. Είναι απολύτως επιβεβλημένη και κοινωνικά δίκαιη η δωρεάν περίθαλψη όλων των εξακριβωμένα άπορων πολιτών, αλλά είναι ακατανόητη η πλήρης οικονομική απαλλαγή ολόκληρου του πληθυσμού.

Ως παραδείγματα, αναφέρονται το «εξέταστρο» στα νοσοκομειακά ΤΕΙ και Κ.Υ., που νομοθετήθηκε το 1991 και το «εισιτήριο» για νοσηλεία που νομοθετήθηκε το 2013. Και τα δύο μέτρα καταργήθηκαν για όλους, χωρίς εύλογη αιτία. Πέραν του προφανούς λαϊκισμού, πολλοί απέδωσαν την κατάργηση στην «εν δυνάμει» μείωση των άδηλων πληρωμών προς το νοσοκομειακό προσωπικό! Προτείνεται η άμεση επαναφορά και κλιμακωτή εφαρμογή τους, ανάλογα με το οικονομικό status των πολιτών, που μπορεί να προσφέρει σημαντικά ποσά στα νοσοκομειακά ταμεία. Η ποσοτική εξισορρόπηση της ιδιωτικής δαπάνης μπορεί να επιτευχθεί με ελάχιστη μείωση της «συμμετοχής» στην εξωνοσοκομειακή περίθαλψη.»

Προσλήψεις & επαναπατρισμός νέων

Αναφορικά με τις προσλήψεις γιατρών, νοσηλευτών αλλά και το σημαντικό ζήτημα σχετικά με τον επαναπατρισμό νέων επιστημόνων που έχουν μεταναστεύσει, η ΕΕΜΥΥ επισημαίνει: «Η πολιτική υγείας οφείλει να εξασφαλίσει την υγειονομική κάλυψη των κατοίκων όλης της επικράτειας και ιδιαίτερα των νησιωτικών και απομακρυσμένων περιοχών. Όμως, η γεωγραφική ισοκατανομή ή έστω μια αποδεκτή κατανομή του ιατρικού προσωπικού προϋποθέτει την κατάργηση του «ενιαίου μισθολογίου», η οποία επιβάλλεται και για γενικότερους λόγους, διότι είναι αυταπόδεικτο πως οι οικονομικές απολαβές -δεν μπορεί, παρά να- συνδέονται με την ποσότητα, τις συνθήκες παροχής και, κυρίως, με την ποιοτική αξία της ατομικής εργασίας.

Συμπληρωματικά, θα μπορούσε να εξετασθεί η νομική δυνατότητα κατανομής των αδειών άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος ανά ειδικότητα και ανά περιφέρεια, δήμο και δημοτικό διαμέρισμα, όπως ισχύει για τις άδειες λειτουργίας των φαρμακείων. Ένα σχέδιο ομαλής και σταδιακής μετάπτωσης προς αυτή την κατεύθυνση είχε προταθεί ήδη προ 25ετίας.

Η νέα οικονομία της υγείας

Επιπλέον, η πολιτική υγείας οφείλει να επιδιώξει σθεναρά τον επαναπατρισμό διακεκριμένων επιστημόνων, που μπορούν να συμβάλουν στην ελληνική «νέα οικονομία της υγείας», προσφέροντας τις ανάλογες ευκαιρίες και αμοιβές.

Ειδικά για το νοσηλευτικό προσωπικό, που τελεί σε ανεπάρκεια, είναι αναγκαία η λήψη σειράς μέτρων, που θα καταστήσουν ελκυστικό το επάγγελμα και εφικτή την κάλυψη των αυξανόμενων κοινωνικών αναγκών. Η καθιέρωση ειδικού νοσηλευτικού μισθολογίου, αποζημίωσης της νοσηλευτικής εφημερίας και σύνταξης διακριτού καθηκοντολογίου πρέπει να συνοδευτούν με αύξηση του αριθμού εισακτέων στις πανεπιστημιακές σχολές. Οι νοσηλευτικές ειδικότητες πρέπει ν’ αυξηθούν με τη θέσπιση τουλάχιστον των ειδικοτήτων Επείγουσας-Εντατικής, Κοινοτικής και Γηριατρικής Νοσηλευτικής και να παρέχονται αμέσως μετά τη λήψη του βασικού πτυχίου. Ανάλογες διευθετήσεις είναι αναγκαίες για το βοηθητικό προσωπικό δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (φροντιστές ασθενών, γηροκόμοι, βοηθοί ΑΜΕΑ).

8 Προτάσεις για να περάσει το ΕΣΥ στην εποχή της μετά κρίσης

Στη συνέχεια η ΕΕΜΥΥ προτείνει 8 λύσεις προκειμένου να περάσει το δημόσιο σύστημα υγείας στην εποχή της μετά κρίσης:

  1. Περιορισμός του Υπουργείου Υγείας σε επιτελικά και εποπτικά καθήκοντα και αυτόνομη, τεχνοκρατική διοίκηση των λειτουργικών (παραγωγικών) οργανισμών παροχής υπηρεσιών.
  2. Στο πλαίσιο ενός έγκυρου Χάρτη Υγείας πρέπει να καθορισθεί ο αναγκαίος αριθμός Νοσοκομείων (τριτοβάθμιων, δευτεροβάθμιων, βασικής στελέχωσης), Κέντρων Εξωνοσοκομειακής Φροντίδας (αστικών και επαρχιακών ΚΕΦ, κέντρων διαχείρισης χρόνιων παθήσεων) και Μονάδων μετανοσοκομειακής φροντίδας (αποθεραπείας, αποκατάστασης, τελικού σταδίου κ.λπ.). Η διοίκηση του συστήματος πρέπει να ασκείται από δύο ανεξάρτητους αλλά συνεργαζόμενους φορείς: Νοσοκομειακής (κλειστής) Περίθαλψης που θα μειώνεται και Εξωνοσοκομειακής Φροντίδας που θα αυξάνεται.
  3. Ο πρώτος φορέας θα είναι αρμόδιος για τη λειτουργία, τις συγχωνεύσεις νοσοκομείων ή την αλλαγή της χρήσης τους ή τη μεταφορά τμημάτων μεταξύ νοσοκομείων, ώστε να μεγιστοποιείται η αποτελεσματικότητά τους και να διασφαλισθεί κατά το δυνατόν η μετανοσοκομειακή φροντίδα των ασθενών, σε συνθήκες ποιότητας και αξιοπρέπειας.
  4. Τα νοσοκομεία πρέπει να πάψουν να θεωρούνται τυπικές κρατικές υπηρεσίες (νπδδ) και να μετατραπούν σε δημόσιες, κοινωφελείς «επιχειρήσεις» (νπιδ) με διοικητική αυτοτέλεια και αυτοδιαχείριση των επιχορηγήσεων, των ιδίων εσόδων τους και του προσωπικού τους. Σχετική πρόταση έχει διατυπωθεί από την ΕΕΜΥΥ, ήδη από το 2004.
  5. Τα νοσοκομεία του ΕΣΥ πρέπει ν’ αποκτήσουν κουλτούρα «ανοικτού» οργανισμού και να έχουν τη δυνατότητα συνεργασίας με τις δομές και την εγκατεστημένη τεχνολογική υποδομή του ιδιωτικού τομέα, μέσω ΣΔΙΤ, όπου αυτό εξυπηρετεί την αποτελεσματικότητα, οικονομικότητα και ποιότητα του συστήματος.
  6. Ο δεύτερος φορέας (στον οποίο πρέπει να υπαχθούν τα ΚΕΦ, το ΕΚΑΒ και τα ΤΕΠ των νοσοκομείων) θα είναι αρμόδιος για όλες τις δράσεις της πρωτοβάθμιας και γενικά της εξωνοσοκομειακής φροντίδας, από την αγωγή και την πρόληψη, τη διάγνωση και θεραπεία, την κατ’ οίκον νοσηλεία κ.λπ., μέχρι την επείγουσα διακομιδή και την πιστοποίηση της ανάγκης νοσοκομειακής εισαγωγής. Στο θέμα αυτό, όπως και στους λόγους της ανεδαφικότητας του σχεδίου των ΤΟΜΥ, αντί των συμπαγών ΚΕΦ, αναφέρονται διεξοδικά τα Συμπεράσματα του 18ου Συνεδρίου της ΕΕΜΥΥ (2016), τα οποία επαληθεύθηκαν στην πράξη.
  7. Ολόκληρο το υγειονομικό σύστημα, δημόσιος και ιδιωτικός τομέας, πρέπει να τελεί υπό συνεχή και ενιαία αξιολόγηση δομών, στελεχών και ποιότητας των εκροών, με βάση την οποία θα βαθμολογείται, ενώ η ποιοτική κατάταξη θα είναι διαφανής και σε γνώση του πληθυσμού.
  8. Με τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του υπηρετούντος προσωπικού, όλες οι μελλοντικές προσλήψεις στις υπηρεσίες υγείας πρέπει να πραγματοποιούνται με το, κατά περίπτωση, ενδεδειγμένο εργασιακό καθεστώς (π.χ. αορίστου ή ορισμένου χρόνου, παροχής υπηρεσιών ή έργου κ.λπ.) και τα ανώτερα διοικητικά και διευθυντικά στελέχη όλων των ειδικοτήτων να διορίζονται με θητεία συγκεκριμένης διάρκειας, δυνάμενης να ανανεώνεται ή όχι.

Αυτές οι προτάσεις εξόδου από την κρίση (διά-κρισης) είναι απολύτως συμβατές με την οικονομική πραγματικότητα και τις μελλοντικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας. Επιπροσθέτως, οδηγούν σε πλήρη αξιοποίηση και εξάλειψη της σπατάλης των ήδη διαθέσιμων πόρων, βελτιώνοντας την πληρότητα και ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και, τελικά, του επιπέδου υγείας του πληθυσμού, καταλήγει η ΕΕΜΥΥ.

Διαβάστε επίσης