Περίπου δύο εκατομμύρια πολίτες προσέρχονται σήμερα στις κάλπες για το δημοψήφισμα που θα κρίνει το όνομα της χώρας τους, ανοίγοντας τον δρόμο για την επικύρωση από το κοινοβούλιο της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ενδεχόμενο «ναι» των πολιτών στο δημοψήφισμα θα προλειάνει την ενταξιακή πορεία της χώρας σε Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ και θα εγκαινιάσει μία νέα εποχή στις διμερείς σχέσεις με την Ελλάδα. Όμως, ποιο θα είναι το ερώτημα που θα τεθεί στους πολίτες; Και ποιες θα είναι οι συνέπειες ενδεχόμενου «όχι»; Λίγες ώρες πριν το άνοιγμα της κάλπης, αυτά είναι όσα πρέπει να γνωρίζουμε για τη διαδικασία. 

Ποιο είναι το ερώτημα που θα τεθεί στους πολίτες

«Είστε υπέρ της ένταξης σε Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ, αποδεχόμενοι τη συμφωνία μεταξύ της Δημοκρατίας της ‘Μακεδονίας’ και της ελληνικής δημοκρατίας;» είναι το ερώτημα στο οποίο θα κληθούν να απαντήσουν οι πολίτες.

Το ποσοστό συμμετοχής θα πρέπει να φτάσει και να ξεπεράσει έστω με μία ψήφο το όριο του 50%, ώστε να είναι έγκυρο το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.

Στην περίπτωση που επικρατήσει το «ναι», απαιτείται η επικύρωση της απόφασης τόσο από τα δύο τρίτα του σκοπιανού κοινοβουλίου όσο και από το ελληνικό.

Τι συνεπάγεται ενδεχόμενο «ναι»;

Ενδεχόμενη θετική ψήφος των Σκοπιανών θα ανοίξει το δρόμο ένταξης της (πλέον) Βόρειας Μακεδονίας σε Ε.Ε και ΝΑΤΟ.

Τον Ιούνιο, κόντρα στις αντιρρήσεις Γαλλίας, Δανίας, Ολλανδίας που αξιώνουν περαιτέρω μεταρρυθμίσεις, η πΓΔΜ πήρε το «πράσινο φως» από το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της Ε.Ε για αρχή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, τον Ιούνιο του 2019 – εξέλιξη βαρύνουσας σημασίας για τη χώρα που για πρώτη φορά αιτήθηκε την ένταξή της στην Ένωση το 2004.

Αντιστοίχως, η γειτονική χώρα έλαβε τον Ιούλιο και επισήμως πρόσκληση από το ΝΑΤΟ για ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

ΝΑΤΟ: Πρόσκληση στην πΓΔΜ για ενταξιακές συνομιλίες

Το 2008, η Ελλάδα είχε μπλοκάρει τις ενταξιακές συνομιλίες, λόγω της διαμάχης για το ονοματολογικό.

Θιασώτες τού «ναι» και τού «όχι»

Ο πρωθυπουργός, Ζόραν Ζάεφ, εις εκ των «αρχιτεκτόνων» της Συμφωνίας των Πρεσπών, στηρίζει την αλλαγή ονομασίας και ηγείται της εκστρατείας υπέρ του «ναι». «Η ένταξη στο ΝΑΤΟ θα φέρει ασφάλεια και σταθερότητα, που είναι σημαντικές για τις επενδύσεις», έχει πει, μεταξύ άλλων.

Από την άλλη, ωστόσο, ο πρόεδρος της χώρας, Γκιόργκε Ιβάνοφ του βασικού αντιπολιτευτικού κόμματος VMRO-DPMN έχει γίνει ο κύριος εκφραστής όσων αντιτίθενται στη Συμφωνία και τις αλλαγές που αυτή συνεπάγεται.

Προ ημερών, από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, ο Ιβάνοφ κάλεσε τους συμπατριώτες του να απόσχουν από το δημοψήφισμα, επιμένοντας πως η συμφωνία με την Ελλάδα είναι «ιστορική αυτοκτονία» και «κατάφωρη παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας.

Σε μποϊκοτάζ του δημοψηφίσματος στην πΓΔΜ καλεί τους πολίτες ο Ιβάνοφ

Ευρωπαϊκή Ένωση, ΗΠΑ και ΝΑΤΟ στηρίζουν την αλλαγή ονομασίας της γειτονικής χώρας, με πλήθος υψηλών αξιωματούχων, από τον Αμερικανό αντιπρόεδρο, Μάικ Πενς μέχρι τη Γερμανίδα καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ να πραγματοποιούν επισκέψεις στη χώρα, σε μία προσπάθεια να ενθαρρύνουν τη θετική ψήφο των πολιτών.

Αντίθετοι στη Συμφωνία εμφανίζεται και μία μερίδα Ελλήνων που, μέσω διαδηλώσεων, έχει διαμηνύσει πως «δεν τίθεται υπό διαπραγμάτευση το ότι η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική».

Τι συνεπάγεται ενδεχόμενο «όχι»

Το δημοψήφισμα έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα κι, ως εκ τούτου, το αποτέλεσμά του δεν είναι δεσμευτικό. Σε περίπτωση επικράτησης τού «όχι», η κυβέρνηση Ζάεφ που διατηρεί την πλειοψηφία στη βουλή, έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επικύρωσης της Συμφωνίας μέσω κοινοβουλίου.

Οι πολιτικές εξελίξεις, πάντως, στην περίπτωση επικράτησης τού «όχι» παραμένουν ήξεις αφήξεις. Ενδεικτικό της κυβερνητικής ασυνεννοησίας είναι η δήλωση, νωρίτερα αυτήν την εβδομάδα, του υπουργού Εξωτερικών, Νικολά Ντιμιτρόφ, ο οποίος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο η συμφωνία να επανέλθει προς κύρωση στη Βουλή σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος εάν δεν επιτευχθεί το κατώτατο όριο συμμετοχής. Μία ημέρα μετά, ο πρωθυπουργός Ζάεφ τον «άδειασε», διαμηνύοντας πως σε περίπτωση επικράτησης τού «όχι», η συμφωνία ακυρώνεται.

Εναλλακτικά, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο νέων εκλογών προκειμένου να ενισχυθεί η κοινοβουλευτική πλειοψηφία – κάτι, ωστόσο, που μπορεί να αποδειχτεί κίνηση υψηλού ρίσκου.

 

Διαβάστε επίσης