Μόσχα: Σε 4.201 ανέρχονται οι ρωσικές επιδρομές στη Συρία
Νεκροταφείο στο Χαλέπι της Συρίας, κάτω από τον έναστρο ουρανό της 11ης προς 12η Δεκεμβρίου 2015. Η διεθνής κοινότητα έστρεψε το βλέμμα της στη Συρία την ύστατη ώρα μόνο όταν είδε να απειλούνται τα δικά της παιδιά - Πηγή: REUTERS/Ammar Abdullah

Τα αεροσκάφη της ρωσικής πολεμικής αεροπορίας έχουν πραγματοποιήσει 4.201 αεροπορικές επιδρομές στη Συρία από την έναρξη της εκστρατείας της Μόσχας στις 30 Σεπτεμβρίου, δήλωσε σήμερα (15/12) ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων αντιστράτηγος Σεργκέι Ρουντσκόι (Sergei Rudskoy).

Όπως ανέφερε στην επίσημη ενημέρωση του υπουργείου ο Ρώσος εκπρόσωπος, οι 145 εξ αυτών εχουν πραγματοποιηθεί από στρατηγικά βομβαρδιστικά και αεροσκάφη μεγάλης ακτίνας δράσης.

Η ανακοίνωση έρχεται σε μια περίοδο, όπου οι ρωσοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται στο κόκκινο και, παράλληλα, εντείνονται οι διπλωματικές προσπάθειες στο προσκήνιο και το παρασκήνιο για να καθοριστούν οι βασικές ισορροπίες μιας επίλυσης του συριακού που θα περιλαμβάνει ομαλή πολιτική μετάβαση στη Δαμασκό και σταδιακή υποχώρηση του Ισλαμικού Κράτους.

«Είμαστε αποφασισμένοι να συνεχίζουμε τη δουλειά μας να συνενώσουμε τις προσπάθειες των στρατευμάτων της συριακής κυβέρνησης και άλλων οργανώσεων που μάχονται για να απελευθερώσουν τη Συρία από διεθνείς τρομοκράτες», είπε ο Ρουντσκόι, μιλώντας στους εκπροσώπους του Τύπου.

Ο υψηλόβαθμος Ρώσος αξιωματικός δήλωσε πως οι επιθέσεις κατά των θέσεων «του ISIS και άλλων τρομοκρατικών ομάδων» έχει αυξηθεί.

Από την αρχή της ανακοίνωσης, το ρωσικό υπουργείο έδωσε πολιτική γραμμή, αναφέροντας ως προτεραιότητα την υποβάθμιση των χρηματοδοτικών πηγών του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία.

Προς απόδειξη του παραπάνω ισχυρισμού, ο Ρουντσκόι ανέφερε ότι, τις τελευταίες τρεις ημέρες, έξι εγκαταστάσεις παραγωγής πετρελαίου των τζιχαντιστών και επτά αυτοκινητοπομπές ανάλογων προϊοντων καταστράφηκαν. Συνολικά, η ρωσική αεροπορία έπληξε περί τα 1.200 φορτηγά που διακινούσαν παράνομο πετρέλαιο του ISIS στη Συρία.

Ως προς το μέτωπο των επιχειρήσεων, ο Ρουντσκόι ανέφερε ότι η ρωσική αεροπορία συνδράμει το συριακό στρατό στις μεγαλύτερες αυτή τη στιγμή συγκρούσεις, οι οποίες εντοπίζονται στις επαρχίες της Λαττάκειας, του Χαλεπίου, τη Χάμα και της Χομς, καθώς επίσης και στα προάστια της πρωτεύουσας Δαμασκού, σημειώνοντας ότι «οι σχηματισμοί των τρομοκρατών υπέστησαν βαριές απώλειες».

Συμπληρώνεται το παζλ στη τουρκοσυριακή μεθόριο

Στη Λαττάκεια, το ενδιαφέρον της ανακοίνωσης ανιχνεύεται στις επιχειρήσεις στο βόρειο τμήμα της επαρχίας, όπου αναφέρεται ότι «οι κυβερνητικές δυνάμεις επέκτειναν τον έλεγχο στις περιοχές της τουρκοσυριακής μεθορίου». Υπενθυμίζεται ότι είναι ακριβώς εκεί όπου ξέσπασε η κρίση στις ρωσοτουρκικές σχέσεις με την κατάρριψη του ρωσικού Su-24 και εκεί όπου ζουν μεγάλοι πληθυσμοί Τουρκομάνων.

Αναφέρεται, επίσης, ότι αντίπαλες δυνάμεις υποχώρησαν από στρατηγικές θέσεις και υψώματα κοντά στη Σιρμανίγια (Sirmaniyah) της επαρχίας Χάμα και στη Σάλμα (Salma) της Λαττάκειας, πόλεις οι οποίες βρίσκονται πάνω στο διάδρομο που ενώνει το λιμάνι της Λαττάκειας με κατεύθυνση βορειοανατολικά προς το Ιντλίμπ και το Χαλέπι.

Σε εκείνο το μέτωπο, το ρωσικό υπουργείο ανέφερε ότι «οι κυβερνητικές δυνάμεις συνεχίζουν να επεκτείνουν τη ζώνη ασφαλείας γύρω από το αεροδρόμιο Kuweires, προωθούμενες νοτιοδυτικά προς το Ιντλίμπ».

Στις 10 Νοεμβρίου, ο στρατός του Ασαντ, υποστηριζόμενος από δυνάμεις της Χεζμπολάχ και τη ρωσική αεροπορία, έσπασε τον αποκλεισμό της βάσης Kuweires στο Rasm al-Abd ανατολικά του Χαλεπίου, μετά από συντονισμένη επίθεση κυβερνητικών δυνάμεων και Σύρων μπααθιστών υπό την καθοδήγηση Ιρανών αξιωματικών που ξεκίνησε στις 14 Σεπτεμβρίου. Η νίκη του Νοεμβρίου θεωρήθηκε ως το πρώτο μεγάλο κέρδος για τους Ρώσους στη Συρία, αν και για τους Ιρανούς συμμάχους τους σήμανε την απώλεια του υποστράτηγου Χοσεΐν Χαμαντανί (Hossein Hamadani) μετά από επίθεση του ISIS στις αρχές του Οκτωβρίου.

Το ISIS πολιορκούσε τη βάση από το 2012 και πολλοί φοβούνταν ότι κάποια στιγμή θα επαναλαμβανόταν η αιματοχυσία που είχε ακολουθήσει την κατάληψη της αεροπορικής βάσης Tabqa κοντά στη Ράκα (Raqqa) τον Αύγουστο του 2014. Όλο αυτό το διάστημα η βάση Kuweires ανεφοδιαζόταν μέσω ελικοπτέρων και παρέμενε αποκλεισμένη από το έδαφος, καθώς οι τζιχαντιστές ανέπτυσσαν τις δυνάμεις τους κατά της συριακής αντιπολίτευσης στο Χαλέπι και την Παλμύρα.

Αποκτώντας τον έλεγχο γύρω από τη βάση Kuweires, το καθεστώς του Άσαντ –που όλο αυτό το διάστημα πραγματοποιούσε από εκεί αεροπορικές επιθέσεις στο Χαλέπι- αποκόβει τη βασική γραμμή ανεφοδιασμού μεταξύ της ντε φάκτο πρωτεύουσας του Ισλαμικού Κράτους στη Ράκα και των θέσεων των τζιχαντιστών βορειοανατολικά του Χαλεπίου.

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι οι δυνάμεις της Δαμασκού σφίγγουν τον κλοιό γύρω από το Ιντλίμπ, το μεγαλύτερο αστικό κέντρο ανάμεσα στη Λαττάκεια και το Χαλέπι, προπύργιο της σουνιτικής αντιπολίτευσης στο βορρά.

Η Μάχη της Νίκης

Το Ιντλίμπ υπήρξε το επίκεντρο μιας μαζικής επίθεσης από τα τέλη του περασμένου Μαρτίου από το λεγόμενο Στρατό της Κατάκτησης (Jaish al-Fatah - JaF) και δυνάμεις της συριακής αντιπολίτευσης, τη λεγόμενη Μάχη της Νίκης (Maarakat an-Nasr ή Tahrir Sahl al-Ghab). Ο JaF ήταν ένας νέος στρατός στο συριακό εμφύλιο, ουσιαστικά οι δυνάμεις του Μετώπου Al Nushra (της συριακής Αλ Κάιντα) και άλλων ισλαμικών οργανώσεων υπό μία σημαία, που υποστηρίχτηκε από το Κατάρ, την Τουρκία και την Σαουδική Αραβία.

Διεθνείς αναλυτές σχολίασαν πως ο στρατός αυτός σαράντα και πλέον οργανώσεων αποτελούσε το μεγαλύτερο σχέδιο του Ριάντ στην προσπάθειά του να ενώσει τις διάφορες φράξιες των ισλαμιστών και να ξανανοίξει το μέτωπο της Λαττάκειας. Η επίθεση στο Ιντλίμπ αποτέλεσε την έναρξη μιας μεγάλης επίθεσης των ισλαμιστών στις επαρχίες Ιντλίμπ και Χάμα που κράτησε έως τον Ιούνιο.

Η επικράτηση των ισλαμιστών στη βορειοδυτική Συρία θα άφηνε ανοιχτό το δρόμο προς τη Λαττάκεια, λιμάνι-προπύργιο του καθεστώτος Άσαντ -προπύργιο των Αλεβιτών, ορμητήριο της Χεζμπολάχ και έδρα της μοναδικής ρωσικής βάσης στη Μεσόγειο.

Όπως αναφέρει ο βρετανικός Economist, η κατάληψη του Ιντλίμπ στις 28 Μαρτίου, μετά από τετραήμερη πολιορκεία, επιτεύχθηκε γιατί «τα αραβικά κράτη στήριξαν τους σουνίτες μαχητές, παρά τις αντιρρήσεις των ΗΠΑ». Έναν μήνα μετά, στις 23 Απριλίου, ο JaF κατέλαβε την πόλη Jisr al-Shughour, ντε φάκτο πρωτεύουσα του Άσαντ στην επαρχία μετά την απώλεια του Ιντλίμπ. Το Jisr al-Shughour βρίσκεται στο μισό της απόστασης ανάμεσα στο Ιντλίμπ και τη Λαττάκεια, σε απόσταση βολής από το σημείο όπου κατερρίφθη πρόσφατα το ρωσικό Su-24.

Η υποχώρηση των δυνάμεων του Άσαντ ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά του Ιράν, που απέστειλε στην περιοχή τον υποστράτηγο του ιρανικού στρατού Κασέμ Σολεϊμανί (Qasem Soleimani), αρχηγό από το 1998 της Sepāh-e Qods (Δύναμη της Ιερουσαλήμ), των ειδικών δυνάμεων εντός των επίλεκτων Φρουρών της Επανάστασης. Μέσα σε λίγες εβδομάδες κατέφτασαν στο μέτωπο της Λαττάκεια 6.000 μαχητές από Ιράν, Ιράκ και Αφγανιστάν. Ο Σολεϊμανί είχε επισκεφτεί τη Μόσχα στα τέλη Ιουλίου, προκαλώντας θόρυβο στην Ουάσιγκτον, η οποία την ίδια εποχή επιχειρούσε να πείσει μετά από εννιά μήνες διαπραγματεύσεων την Άγκυρα να της επιτραπεί η χρήση της αεροπορικής βάσης του Ινσιρλίκ κατά του ISIS. Όπως αποκάλυψε μήνες μετά το Reuters, o Σολεϊμανί ήταν αυτός που έπεισε τη Μόσχα σε εκείνη την επίσκεψή του να προχωρήσει στους αεροπορικούς βομβαρδισμούς στις 30 Οκτωβρίου. Ο Σολεϊμανί είχε χάσει νωρίτερα τον Οκτώβριο στα περίχωρα του Χαλεπίου τον βετεράνο υπαρχηγό του Χοσεΐν Χαμαντανί.

Επιχειρώντας μια νέα αφήγηση για τη Συρία

Ένας από τους στόχους των 4.201 ρωσικών αεροπορικών επιδρομών σε αυτές τις 76 ημέρες ήταν το Ισλαμικό Κόμμα του Τουρκεστάν (Turkistan Islam Partisi – TIP), τα γραφεία του οποίου χτυπήθηκαν στις 27 Νοεμβρίου. Το TIP είναι αποσχιστική οργάνωση των Ουιγούρων στη δυτική Κίνα, με παρουσία στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν. Συμμετείχε στη Μάχη της Νίκης και την κατάληψη του Ιντλίμπ ως Μεραρχία του Τουρκεστάν (Katibat Turkistani).

Θέλοντας να απαντήσει στις κατηγορίες της Δύσης ότι οι επιχειρήσεις της κατευθύνονται εναντίον της μετριοπαθούς αντιπολίτευσης και όχι κατά των τζιχαντιστών, η Μόσχα δια μέσου του Σεργκέι Ρουντσκόι ανέφερε ότι το τελευταίο 24ωρο, τα ρωσικά αεροσκάφη παρείχαν υποστήριξη σε δυνάμεις της συριακής αντιπολίτευσης, διεξάγοντας 17 αεροπορικές επιδρομές εναντίον θέσεων του Ισλαμικού Κράτους βορείως της Ράκας, όπου περισσότεροι από 150 τζιχαντιστές σκοτώθηκαν.

Σύμφωνα με τον Ρουντσκόι, οι επιθέσεις παρείχαν υποστήριξη στη μονάδα Gamin, που ανήκει στις δυνάμεις του Ελεύθερου Συριακού Στρατού και τον ένοπλο συνασπισμό των Δημοκρατικών Δυνάμεων στο πλαίσιο της συνεργασίας, που όπως είπε, έχει εγκαθιδρυθεί ανάμεσα στη Μόσχα και τη συριακή αντιπολίτευση.

Από τη σημερινή ανακοίνωση του ρωσικού υπουργείου Άμυνας φαίνεται ότι η Μόσχα επιχειρεί να αλλάξει την αφήγηση στη Συρία, νομιμοποιώντας περισσότερο την παρουσία της εκεί.

Οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούνται από τη λεγόμενη μετριοπαθή συριακή αντιπολίτευση κατά του ISIS συνεισφέρουν στις επιτυχημένες χερσαίες επιχειρήσεις των ένοπλων δυνάμεων της Συρίας. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν πάνω από 150 ενεργοί σχηματισμοί στη συριακή επικράτεια. Περισσότερο πατριώτες μάχονται ενάντια σε τρομοκράτες σε συνεργασία με τις κυβερνητικές δυνάμεις στη Συρία. Συνολικά, ανέρχονται σε 5.000 άντρες. Το ρωσικό υπουργείο Άμυνας κρατά επαφή μαζί τους και οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης παρέχουν στην ηγεσία της ρωσικής αεροπορίας συνταγμένες θέσεων και εγκαταστάσεων των τρομοκρατών για την εξολόθρευσή τους.

 

Από όλα τα παραπάνω δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς γιατί ξέσπασε την ίδια περίοδο το πρωτοφανές προσφυγικό κύμα προς την Ευρώπη. Εδώ και πάνω από μισό χρόνο, το άλλοτε πλουσιότερο και πολυπληθέστερο τμήμα της Συρίας αποτελεί ένα τεράστιο μέτωπο, όπου δεν υπάρχουν σαφείς διαχωριστικές γραμμές, τις χερσαίες επιχειρήσεις διαδέχονται επιθέσεις αυτοκτονίας, αυτές τυφλά χτυπήματα σε κατοικημένες περιοχές και τανάπαλιν, δημιουργώντας ένα σκηνικό ολέθρου για όσους έχουν επιζήσει και δεν έχουν πάρει το δρόμο της προσφυγιάς.

Η ανακοίνωση του ρωσικού υπουργείου κάνει αναφορά για προέλαση των κυβερνητικών δυνάμεων του Άσαντ στη Μαρτζ Αλ Σουλτάν (Marj al-Sultan), την Αν Νούλα (an-Nula), τη Ντούμα (Dοuma) και το Ζιμπντίν (Zibdin). Ανατρέχοντας κανείς στο ημερολόγιο του συριακού εμφυλίου, έρχεται αντιμέτωπος με τη Σφαγή της Ντούμα. Στις 16 Αυγούστου η συριακή αεροπορία βομβάρδισε το κέντρο της πόλης. Η Δαμασκός υποστήριξε ότι έπληξε θέσεις της οργάνωσης Στρατός του Ισλάμ (Jaysh al-Islam), όμως οι 96 νεκροί και περισσότεροι από 200 τραυματίες στην κεντρική αγορά αυτής της πόλης βορειδυτικά της Δαμασκού όρισαν την επίθεση ως μερικές από τις πιο πολύνεκρες στη διάρκεια του εμφυλίου.

Με την προχθεσινή (13/12) κατάληψη της Marj al-Sultan και την επανακατάληψη της παρακείμενης αεροπορικής βάσης (μετά την πρώτη έφοδο στα μέσα Νοεμβρίου) από δυνάμεις του Άσαντ, Σύρους εθελοντές υπό τις διαταγές της Sepāh-e Qods και τάγματα του Παλαιστινιακού Απελευθερωτικού Στρατού (Palestine Liberation Army), η Jaysh al-Islam έχασε οριστικά ένα προπύργιό της.

Την ίδια μέρα Δευτέρα, 35 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στη Ντούμα, 10 χλμ. βορειοανατολικά της Δαμασκού από επιθέσεις αεροσκαφών, που όπως μετέδωσε το Reuters δεν αναγνωρίστηκε η προέλευσή τους. Την προηγούμενη ημέρα Κυριακή, 40 όλμοι που εκτοξεύτηκαν από δυνάμεις της αντιπολίτευσης στα ανατολικά προάστια της Δαμασκού έπεσαν κοντά σε σχολείο, σκοτώνοντας τρεις –ανάμεσά τους ένα παιδί- και τραυματίζοντας τουλάχιστον τριάντα άτομα –τα περισσότερα παιδιά.

Ποιος αλήθεια κερδίζει τι σε αυτόν τον πόλεμο, τον οποίοι οι μεγάλοι παίκτες είχαν ξεχάσει μέχρι τη στιγμή που η Μόσχα αποφάσισε να σώσει κυριολεκτικά τη Δαμασκό, χτυπώντας 55 φορές ημερησίως τα χαμένα εδάφη της;

Διαβάστε επίσης