30 χρόνια από τα Ίμια: Η κρίση που «γκρίζαρε» το Αιγαίο - Τα γεγονότα, οι αποφάσεις και οι συνέπειες
Η κρίση των Ιμίων δεν υπήρξε ένα μεμονωμένο επεισόδιο ούτε ένα «ατύχημα» της Ιστορίας. Ήταν η κορύφωση μιας περιόδου γεωπολιτικής ρευστότητας, ελληνοτουρκικής καχυποψίας και εσωτερικής πολιτικής αστάθειας στην Ελλάδα.
Τα Ίμια, ή όπως τα αποκαλεί η Τουρκία «Καρντάκ», είναι δύο μικρές ακατοίκητες βραχονησίδες μεταξύ Δωδεκανήσων και των νοτιοδυτικών ακτών της Τουρκίας.
Ενώ οι βραχονησίδες παραχωρήθηκαν επίσημα στην Ελλάδα από την Ιταλία το 1947 βάσει της Συνθήκης των Παρισίων, και το τουρκικό κράτος είχε αποδεχτεί το καθεστώς αυτό, ωστόσο η Άγκυρα αμφισβήτησε απότομα την ελληνική κυριαρχία στα τέλη του 1995.

Οι βραχονησίδες Ίμια
EurokinissiΜε την συγκεκριμένη κίνηση πυροδότησε μια σειρά από γεγονότα που έφεραν τις δύο πλευρές ένα βήμα πριν από τον πόλεμο.
Τριάντα χρόνια μετά, τα Ίμια εξακολουθούν να λειτουργούν ως σημείο αναφοράς – και προειδοποίησης. Αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα προς αποφυγήν στη διαχείριση κρίσεων, αλλά και το σημείο καμπής όπου η Ελλάδα απώλεσε για πρώτη φορά στην πράξη το απόλυτο πλεονέκτημα του status quo στο Αιγαίο.
Τα Χριστούγεννα του 1995 και το «Φιγκέν Ακάτ»
Ανήμερα των Χριστουγέννων του 1995, το τουρκικό φορτηγό πλοίο «Φιγκέν Ακάτ» προσάραξε στην Ανατολική Ίμια.
Το περιστατικό, που αρχικά θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως ένα απλό ναυτικό ατύχημα, απέκτησε αμέσως πολιτική διάσταση όταν ο πλοίαρχος αρνήθηκε τη βοήθεια ελληνικού ρυμουλκού, δηλώνοντας ότι βρίσκεται σε τουρκικά χωρικά ύδατα.
Η Αθήνα αντέδρασε χλιαρά.

Το φορτηγό πλοίο Φιγκέν Ακάτ
Η χώρα βρισκόταν σε εορταστική διάθεση, ενώ η παρατεταμένη νοσηλεία του Ανδρέα Παπανδρέου είχε δημιουργήσει ένα κενό πολιτικής καθοδήγησης.
Στις 26 Δεκεμβρίου το Λιμεναρχείο Καλύμνου ενημερώνει το Υπουργείο Εξωτερικών και αυτό με τη σειρά του την γείτονα ότι αν δεν παρέμβει ρυμουλκό, το τουρκικό πλοίο θα κινδυνεύσει, με το τουρκικό ΥΠΕΞ να ενημερώνει την ελληνική πρεσβεία ότι, ανεξαρτήτως του ποιος θα ανελάμβανε τη διάσωση του πλοίου, υπήρχε θέμα γενικότερα.
Την επομένη 27 Δεκεμβρίου δύο ελληνικά ρυμουλκά αποκολλούν το φορτηγό πλοίο και το οδηγούν στο τουρκικό λιμάνι Κιουλούκ, ενώ στις 29 η Τουρκία προχωρά ένα βήμα περισσότερο καταθέτοντας ρηματική διακοίνωση, με την οποία αμφισβητεί για πρώτη φορά ευθέως τη Συνθήκη των Παρισίων.
Ήταν η πρώτη επίσημη πράξη ενός σχεδίου που θα οδηγούσε στη θεωρία των «γκρίζων ζωνών».
Πολιτική μετάβαση και θεσμική αμηχανία
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα ζούσε τη μεγαλύτερη πολιτική μετάβαση της Μεταπολίτευσης.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου νοσηλευόταν επί μήνες στο Ωνάσειο, με το κράτος να λειτουργεί υποτυπωδώς.

Από την επίσκεψη του Κώστα Σημίτη στο Ωνάσειο για να ενημερωθεί για την πρόοδο της Υγείας του Ανδρέα Παπανδρέου
ΑΠΕΣτις 15 Ιανουαρίου 1996 υπέγραψε την παραίτησή του και στις 19 Ιανουαρίου ο Κώστας Σημίτης εξελέγη πρωθυπουργός από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ.
Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε στις 22 Ιανουαρίου, μόλις λίγες ημέρες πριν η κρίση στα Ίμια εισέλθει στην πιο επικίνδυνη φάση της, με τον Θεόδωρο Πάγκαλο να τοποθετείται στο Υπουργείο Εξωτερικών και τον Γεράσιμο Αρσένη στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας.
Ο Κώστας Σημίτης, πολιτικός με έντονο τεχνοκρατικό προφίλ και προσανατολισμό κυρίως στην οικονομία και την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, βρέθηκε αιφνιδίως αντιμέτωπος με έναν φάκελο αμιγώς στρατηγικό και στρατιωτικό.
Χωρίς πολυτέλεια χρόνου για προσαρμογή, κλήθηκε να λάβει αποφάσεις υψηλού ρίσκου σε συνθήκες διεθνούς πίεσης.
Η πολιτική μετάβαση, αντί να λειτουργήσει ως περίοδος σταθεροποίησης, μετέτρεψε την κρίση των Ιμίων σε δοκιμασία θεσμικής αντοχής. Η ασάφεια ρόλων, οι καθυστερήσεις στην ενημέρωση και η απουσία ενός ενιαίου κέντρου λήψης αποφάσεων συνέβαλαν καθοριστικά στη σύγχυση που ακολούθησε.
Η «Μάχη των Σημαιών» και η κλιμάκωση
Στις 26 Ιανουαρίου 1996, ο δήμαρχος Καλύμνου Δημήτρης Διακομιχάλης, εκτιμώντας ότι η κεντρική διοίκηση υποτιμά τη σοβαρότητα της κατάστασης, μετέβη στη Μικρή Ίμια και ύψωσε την ελληνική σημαία. Η εικόνα προβλήθηκε έντονα από τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης.
Η απάντηση της Τουρκίας δεν άργησε να έρθει και μάλιστα μέσω των ΜΜΕ: στις 27 Ιανουαρίου, δημοσιογράφοι της εφημερίδας «Hurriyet» αποβιβάστηκαν με ελικόπτερο στη βραχονησίδα, υπέστειλαν την ελληνική σημαία και ύψωσαν την τουρκική, μετατρέποντας το επεισόδιο σε διεθνές γεγονός.

Τούρκοι δημοσιογράφοι κατεβάζουν την ελληνική σημαία
ΙΝΤΙΜΕΤο πρωί της 28ης Ιανουαρίου ελληνικό περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού εντοπίζει τη σημαία που ύψωσαν οι δημοσιογράφοι της «Hurriyet», ενημερώνεται άμεσα η Αθήνα και ο υπουργός Άμυνας Γεράσιμος Αρσένης δίνει εντολή να κατέβει. Οι άνδρες του Πολεμικού Ναυτικού μάλιστα παίρνουν την πρωτοβουλία όχι μόνο να την κατεβάσουν, αλλά να υψώσουν και την ελληνική.
Το βράδυ Έλληνες βατραχάνθρωποι αποβιβάστηκαν στη Μικρή Ίμια από το περιπολικό «Πυρπολητής» προκειμένου να φυλάξουν τη σημαία κατά τις νυχτερινές ώρες και να επιστρέψουν στο σκάφος τους πριν την ανατολή του ηλίου. Το μεσημέρι της Δευτέρας ο σχεδιασμός άλλαξε και αποφασίστηκε η συνεχής φύλαξη της σημαίας, οπότε οι βατραχάνθρωποι επέστρεψαν στη βραχονησίδα.
Πολεμικά πλοία και από τα δύο έθνη εισήλθαν στην περιοχή. Η κρίση είχε πλέον εισέλθει σε στρατιωτική φάση.
Ωστόσο, την ίδια ώρα ωστόσο που σε επίπεδο δημοσιότητας και οι δύο πλευρές επιδίδονται σε κινήσεις εντυπώσεων, παρασκηνιακά το υπουργείο Άμυνας καταβάλει προσπάθειες αποκλιμάκωσης της κρίσης.
Δηλώσεις, διαβήματα και πολεμικός συναγερμός
Στις 29 Ιανουαρίου, ο νέος πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, στις προγραμματικές του δηλώσεις στη Βουλή, στέλνει σαφές μήνυμα προς την Τουρκία ότι η Ελλάδα θα αντιδράσει άμεσα και δυναμικά σε οποιαδήποτε πρόκληση.
Την ίδια ημέρα, η πρωθυπουργός της Τουρκίας Τανσού Τσιλέρ ζήτησε διαπραγματεύσεις για το καθεστώς των βραχονησίδων του Αιγαίου, ενώ τουρκικά πολεμικά πλοία παραβίασαν τα ελληνικά χωρικά ύδατα και πλησίασαν τα Ίμια.
Η Αθήνα προχώρησε σε διαβήματα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ελληνική κυβέρνηση ενημερώνει τη διεθνή κοινότητα για τη σοβαρότητα της κατάστασης, δίνοντας έμφαση στο ρόλο του αμερικανικού παράγοντα.
Η 30η Ιανουαρίου ήταν μια από τις σημαντικότερες μέρες της κρίσης. Ανακαλούνται όλες οι άδειες στις Ένοπλες Δυνάμεις ενώ, ο Σημίτης είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Αμερικανό πρόεδρο Μπιλ Κλίντον, επαναλαμβάνοντας ότι η Ελλάδα δεν επιδιώκει την ένταση, αλλά δεν θα μείνει αδρανής σε περίπτωση πρόκλησης. Η ελληνική κυβέρνηση δήλωσε πρόθυμη να αποσύρει το άγημα από τα Ίμια, όχι όμως και την ελληνική σημαία.
Στην περιοχή έσπευσαν οι φρεγάτες «Ναβαρίνο» και «Θεμιστοκλής», ενώ ο Τούρκος ΥΠΕΞ δήλωνε ανοιχτά ότι υπάρχουν και άλλα νησιά με «ασαφές νομικό καθεστώς».

Η νύχτα της 31ης Ιανουαρίου και το ΚΥΣΕΑ
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 31ης Ιανουαρίου συγκλήθηκε σύσκεψη στο γραφείο του πρωθυπουργού. Ο υπουργός Εξωτερικών Θεόδωρος Πάγκαλος έφτασε καθυστερημένα, καθώς συμμετείχε σε τηλεοπτική εκπομπή.
Την ίδια ώρα, το ΚΥΣΕΑ συνεδρίαζε μακριά από το Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων, γεγονός για το οποίο ασκήθηκε έντονη κριτική καθώς εκτιμάται ότι προκάλεσε σημαντικές καθυστερήσεις στην πληροφόρηση και στην οργάνωση.
Στις 01:40 έφτασαν μέσω δημοσιογράφων πληροφορίες στο ΓΕΕΘΑ ότι Τούρκοι κομάντος είχαν αποβιβαστεί στη Δυτική Ίμια, η οποία αδικαιολογήτως είχε μείνει αφύλακτη με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία να ερίζουν για το ποιος έφερε την ευθύνη.
Το μόνο σίγουρο είναι πως η ελληνική πλευρά άργησε να ενημερωθεί για τις εξελίξεις και επί της ουσίας έμαθε το τι συμβαίνει μέσω των πληροφορίων από την Τουρκία και εν συνεχεία των επίσημων ανακοινώσεων της Τσιλέρ που δήλωνε πως «δεν πρόκειται να παραχωρήσει ούτε ένα βράχο της χώρας της».
Στις 04:30 απονηώθηκε από τη φρεγάτα «Ναβαρίνο» ελικόπτερο τύπου AB-212 του Πολεμικού Ναυτικού, με αποστολή την αναγνώριση της κατάστασης στα Ίμια και την επιβεβαίωση των πληροφοριών περί απόβασης Τούρκων κομάντος στη Δυτική βραχονησίδα.
Η αποστολή κρίθηκε επιβεβλημένη, καθώς η ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία επιχειρούσε να αποκτήσει σαφή εικόνα επί του πεδίου, εν μέσω αντικρουόμενων πληροφοριών και σοβαρών καθυστερήσεων στη λήψη αποφάσεων.

Η φρεγάτα Ναβαρίνο
ΠΝΤο ελικόπτερο πραγματοποίησε τέσσερις διελεύσεις πάνω από την περιοχή. Στις 04:50, το πλήρωμα ενημέρωσε το Κέντρο Επιχειρήσεων ότι εντόπισε περίπου δέκα Τούρκους κομάντος επί της Δυτικής Ίμιας, επιβεβαιώνοντας τις πληροφορίες που έως τότε έφταναν αποσπασματικά και ανεπίσημα στην Αθήνα. Λίγα λεπτά αργότερα, το πλήρωμα ανέφερε πρόβλημα – σύμφωνα με τις επίσημες αναφορές επρόκειτο για βλάβη και απώλεια προσανατολισμού – και αμέσως μετά χάθηκε από τα ραντάρ.
Το AB-212 κατέπεσε στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ της νησίδας Πίτα και της Καλόλιμνου. Οι έρευνες που ακολούθησαν οδήγησαν στον εντοπισμό των συντριμμιών και στην ανάσυρση των σορών των τριών μελών του πληρώματος: του κυβερνήτη υποπλοιάρχου Χριστόδουλου Καραθανάση, του συγκυβερνήτη υποπλοιάρχου Παναγιώτη Βλαχάκου και του αρχικελευστή Έκτορα Γιαλοψού.
Επισήμως, η πτώση του ελικοπτέρου αποδόθηκε στις εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες, τη χαμηλή ορατότητα και την απώλεια χωρικού προσανατολισμού κατά τη νυχτερινή πτήση.
Ωστόσο, από τις πρώτες κιόλας ώρες, στην ελληνική κοινή γνώμη – αλλά και σε μερίδα στρατιωτικών – διατυπώθηκαν αμφιβολίες για τα ακριβή αίτια της συντριβής. Η θεωρία της κατάρριψης, αν και ουδέποτε επιβεβαιώθηκε επίσημα, παραμένει έως σήμερα ένα από ανοιχτά ζητήματα της κρίσης των Ιμίων.

Τα συντρίμμια του ελικοπτέρου
INTIMEΟ θάνατος των τριών αξιωματικών σφράγισε με τον πιο δραματικό τρόπο την κρίση.
Ήταν οι μοναδικές ανθρώπινες απώλειες ενός επεισοδίου που δεν εξελίχθηκε σε πόλεμο, αλλά άφησε βαθύ τραύμα στο εθνικό φρόνημα και ανέδειξε το πραγματικό κόστος της πολιτικής και στρατιωτικής αβελτηρίας.
Για την ελληνική κοινωνία, οι Καραθανάσης, Βλαχάκος και Γιαλοψός δεν έπεσαν απλώς σε ένα ατύχημα· καταγράφηκαν στη συλλογική μνήμη ως ήρωες και σύμβολα μιας κρίσης που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.
«No Ships, No Troops, No Flags»
Στις 06:00, οι Ηνωμένες Πολιτείες, διά του υπουργού Εξωτερικών Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, επέβαλαν τη λύση:
«No ships, no troops, no flags».
Μέχρι το μεσημέρι, πλοία, στρατιώτες και σημαίες είχαν αποσυρθεί. Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να υποστείλει τη σημαία από έδαφος που θεωρούσε αδιαμφισβήτητα δικό της.
Το ξημέρωμα βρήκε τους Τούρκους να θριαμβολογούν, τις Ηνωμένες Πολιτείες να πιστώνονται το ρόλο του ειρηνοποιού και την ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία να αλληλοκατηγορούνται για το φιάσκο.
Η δήλωση Σημίτη στη Βουλή, με το «ευχαριστώ» προς τις ΗΠΑ, και η μεταγενέστερη φράση Πάγκαλου περί «σημαίας που την πήρε ο αέρας» ξεσήκωσαν θύελλα και σφράγισαν επί της ουσίας πολιτικά την κρίση.
Η «κληρονομιά» των Ιμίων
Τα Ίμια κατέδειξαν αδυναμίες των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, δυσκολία συνεννόησης και συντονισμού σε μια εθνικά κρίσιμη στιγμή, αλλά κυρίως γέννησαν τις «γκρίζες ζώνες» και άλλαξαν τη γεωμετρία της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης και έβαλαν τη χώρα σε μια κούρσα πανάκριβων εξοπλισμών.
Τριάντα χρόνια μετά, η κρίση των Ιμίων συνεχίζει να αποτελεί οδηγό για το ότι η εθνική ασφάλεια πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε στρατηγική ετοιμότητα, πολιτική συνοχή και καθαρούς κανόνες εμπλοκής.
Παράλληλα όμως αποτελεί έντονη υπενθύμιση του πόσο γρήγορα οι διαμάχες μπορούν να ξεφύγουν από τον έλεγχο.