ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Γαλάζια Πατρίδα»: Η νέα θεσμική κλιμάκωση της Άγκυρας και η ελληνική στρατηγική απάντηση

«Γαλάζια Πατρίδα»: Η νέα θεσμική κλιμάκωση της Άγκυρας και η ελληνική στρατηγική απάντηση

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν

Vladimir Smirnov, Sputnik, Kremlin /AP

Η πρόθεση της κυβέρνησης Ερντογάν να καταθέσει εντός του Ιουνίου νομοσχέδιο, που επιχειρεί να δώσει θεσμική υπόσταση στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», δεν συνιστά μια αποσπασματική πολιτική κίνηση. Αντιθέτως, αποτελεί συνέχεια μιας πάγιας τουρκικής στρατηγικής, εκτιμούν οι αναλυτές.

Η εν λόγω τουρκική ενέργεια αποτελεί επανάληψη του γνωστού μοτίβου συμπεριφοράς της Τουρκίας όπου όταν στριμώχνεται είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό από τις διεθνείς εξελίξεις προσπαθεί να εξάγει την κρίση της προς την Ελλάδα, εξηγεί στο CNN Greece, Ο Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος.

Εστιάζει στο εσωτερικό μέτωπο, όπου ο Πρόεδρος Ερντογάν δέχεται ολοένα και εντονότερη κριτική από εθνικιστικούς και κεμαλικούς κύκλους, οι οποίοι θεωρούν ότι η ελληνική διπλωματική και αμυντική δραστηριότητα των τελευταίων ετών έχει ουσιαστικά ακυρώσει βασικές επιδιώξεις του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Προσθέτει πώς η επέκταση των ελληνικών στρατηγικών συνεργασιών με χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Γαλλία και το Ισραήλ, η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και η διεθνής νομιμοποίηση των ελληνικών θέσεων στην Ανατολική Μεσόγειο έχουν περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια τουρκικών μονομερών ενεργειών.

«Παράλληλα, στο εξωτερικό επίπεδο, η Άγκυρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια αυξανόμενη στρατηγική δυσπιστία. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, οι σύνθετες σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και η αμφίσημη στάση της σε σειρά διεθνών κρίσεων, δημιουργούν ένα περιβάλλον σχετικής απομόνωσης για την Τουρκία», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, διευκρινίζει η ανάδειξη της «Γαλάζιας Πατρίδας» λειτουργεί ως εργαλείο εσωτερικής συσπείρωσης, αλλά και ως προσπάθεια επαναφοράς της Τουρκίας σε ρόλο περιφερειακής δύναμης μέσω της έντασης με την Ελλάδα.

«Επί του πεδίου, η κατάθεση ενός τέτοιου νομοσχεδίου δεν αλλάζει αυτομάτως το διεθνές δίκαιο ούτε δημιουργεί νέα κυριαρχικά δικαιώματα υπέρ της Τουρκίας»,υποστηρίζει.

Η ενέργεια αυτή, μεταφράζεται σε μια προσπάθεια θεσμοποίησης των τουρκικών αναθεωρητικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δηλαδή, όπως αναφέρει η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει μια αναθεωρητική γεωπολιτική θεωρία σε επίσημο κρατικό δόγμα, το οποίο θα συνοδεύεται από διοικητικές, διπλωματικές και επιχειρησιακές ενέργειες με στόχο την εμπέδωση της αντίληψης περί «αμφισβητούμενων περιοχών» στο Αιγαίο.

Οι «Γκρίζες Ζώνες» στο επίκεντρο της τουρκικής στρατηγικής

Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο επιχειρεί να μεταφέρει κατά τον ίδιο μια έως τώρα πολιτική και επιχειρησιακή αμφισβήτηση για το ζήτημα των λεγόμενων «γκρίζων ζωνών» σε επίπεδο θεσμικής κρατικής διεκδίκησης.

Μέχρι σήμερα, υπενθυμίζει ότι η Τουρκία προωθούσε τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» κυρίως μέσω δηλώσεων, στρατιωτικών κινήσεων, NAVTEX και επιλεκτικών αμφισβητήσεων κυριαρχίας σε νησίδες και βραχονησίδες του Αιγαίου.

Με ένα τέτοιο νομοσχέδιο όμως, τονίζει ότι επιχειρεί να δημιουργήσει ένα εσωτερικό νομικό και πολιτικό πλαίσιο, μέσω του οποίου οι αβάσιμες αυτές διεκδικήσεις θα παρουσιάζονται ως δήθεν θεσμικά κατοχυρωμένες τουρκικές θέσεις.

«Η κίνηση αυτή, δεν παράγει διεθνές δίκαιο, ούτε δημιουργεί κυριαρχικά δικαιώματα υπέρ της Τουρκίας», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ταυτόχρονα υποστηρίζει ότι επιδιώκει όμως, να παγιώσει την αντίληψη ότι στο Αιγαίο υπάρχουν «αμφισβητούμενες περιοχές», ώστε σε δεύτερο χρόνο η Άγκυρα να διεκδικήσει μια ευρύτερη πολιτική διαπραγμάτευση επί θεμάτων που από ελληνικής και διεθνούς νομικής πλευράς, θεωρούνται λυμένα από τις διεθνείς συνθήκες.

Στην ουσία, η Τουρκία προσπαθεί μέσω της συνεχούς επανάληψης αυτών των διεκδικήσεων -ακόμη κι αν είναι νομικά αβάσιμες- να τις μετατρέψει σταδιακά σε εργαλείο πολιτικής πίεσης και διαπραγμάτευσης σχετικά με τις ελληνοτουρκικές διαφορές.

Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική διπλωματία πράττει ορθά κατά τον ίδιο αποδομώντας συστηματικά και διαρκώς τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» ως πλήρως αντίθετη προς τη Συνθήκη της Λωζάννης, τη Συνθήκη των Παρισίων και συνολικά το μεταπολεμικό καθεστώς κυριαρχίας στο Αιγαίο.

Παράλληλα, τονίζει ότι απαιτείται συνεχής παρουσία και άσκηση κυριαρχίας επί του πεδίου, διότι στο Αιγαίο η πρακτική άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και η διαρκής κρατική παρουσία έχουν καθοριστική στρατηγική σημασία.

Οι τέσσερις άξονες της ελληνικής στρατηγικής

Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να αντιδράσει ψύχραιμα υποστηρίζει αλλά απολύτως αποφασιστικά, αποφεύγοντας τόσο την υποτίμηση όσο και την υπερδραματοποίηση της τουρκικής κίνησης.

«Το κρίσιμο είναι να μην επιτραπεί στην Άγκυρα να μετατρέψει μια μονομερή αναθεωρητική αφήγηση σε βάση πολιτικής διαπραγμάτευσης.Συνεπώς, η Αθήνα δεν πρέπει να περιμένει την ψήφιση του νομοσχεδίου για να αντιδράσει εκ των υστέρων», αναφέρει.

Οφείλει όπως τονίζει να κινηθεί άμεσα και προληπτικά, ενεργοποιώντας από τώρα τα διπλωματικά και θεσμικά της εργαλεία, ώστε να καταστήσει σαφές σε διεθνές επίπεδο, ότι οποιαδήποτε προσπάθεια θεσμοποίησης αναθεωρητικών διεκδικήσεων υπονομεύει τη σταθερότητα στην περιοχή και αντιβαίνει στο διεθνές δίκαιο.

Στο πλαίσιο αυτό, η αντίδραση της ελληνικής διπλωματίας πρέπει κατά τον ίδιο να κινηθεί σε τέσσερις άξονες.

Πρώτον, στο διπλωματικό επίπεδο. Η Ελλάδα οφείλει να διεθνοποιήσει άμεσα το ζήτημα σε ΕΕ, ΝΑΤΟ και ΟΗΕ, αναδεικνύοντας ότι πρόκειται για απόπειρα θεσμοποίησης αναθεωρητικών διεκδικήσεων που έρχονται σε αντίθεση με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και τις διεθνείς συνθήκες.

Είναι σημαντικό να μην παρουσιαστεί το θέμα ως μια «διμερής τεχνική διαφορά», αλλά ως ζήτημα σταθερότητας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δεύτερον, στο νομικό επίπεδο. Η Αθήνα πρέπει να ενισχύσει συστηματικά τη νομική της επιχειρηματολογία και την παρουσία της σε διεθνή φόρα, αποσαφηνίζοντας ότι οι τουρκικές μονομερείς νομοθετικές πράξεις δεν παράγουν διεθνή έννομα αποτελέσματα.

Τρίτον, στο επίπεδο αποτροπής. Η σταθερή παρουσία των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο Αιγαίο και η επιχειρησιακή ετοιμότητα παραμένουν καθοριστικές. Η αποτροπή δεν αφορά μόνο τη στρατιωτική ισχύ, αλλά αποτυπώνει και τη σαφή βούληση της Ελλάδας, ότι δεν θα αποδεχτείοποιαδήποτε αμφισβήτηση κυριαρχίας ή κυριαρχικών δικαιωμάτων της.

Τέταρτον, χρειάζεται εθνική στρατηγική συνέπεια και εσωτερική πολιτική συνεννόηση. Η Τουρκία επενδύει στη διάρκεια, στη μεθοδικότητα και στη σταδιακή παγίωση των διεκδικήσεών της.

«Η ελληνική απάντηση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική ή να εξαρτάται από τονεκάστοτε κυβερνητικό κύκλο. Απαιτείται σταθερή γραμμή, θεσμική σοβαρότητα και συνδυασμός διπλωματίας, αποτροπής και διεθνούς νομιμότητας», καταλήγει.

Η τουρκική μέθοδος της σταδιακής εδραίωσης

Η θέση της Αθήνας είναι νομικά ορθή, διευκρινίζει προσθέτοντας πώς ένα εθνικό νομοσχέδιο δεν μπορεί από μόνο του να δημιουργήσει διεθνές δίκαιο ούτε να παράξει κυριαρχικά δικαιώματα εις βάρος άλλου κράτους.

«Οι θαλάσσιες ζώνες, η κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα καθορίζονται από το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες και όχι από μονομερείς εσωτερικές νομοθεσίες», συμπληρώνει.

Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι μόνο νομικό όπως εξηγεί. αλλά ταυτόχρονα πολιτικό και στρατηγικό.

«Ένα τέτοιο νομοσχέδιο δεν κατοχυρώνει διεθνώς δικαιώματα υπέρ της Τουρκίας, αλλά επιχειρεί να κατοχυρώσει και να παγιώσει τουρκικές διεκδικήσεις στο επίπεδο της κρατικής πολιτικής και της στρατηγικής συνέχειας», τονίζει .

Με άλλα λόγια, υποστηρίζει ότι η Άγκυρα προσπαθεί να δημιουργήσει ένα εσωτερικό «θεσμικό υπόβαθρο» πάνω στο οποίο θα στηρίζει μελλοντικές διπλωματικές, επιχειρησιακές ή ακόμη και διαπραγματευτικές κινήσεις.

«Πρόκειται για τη γνωστή τουρκική μέθοδο σταδιακής εδραίωσης διεκδικήσεων.

Δηλαδή, πρώτα κατασκευάζεται το κατάλληλο αφήγημα, στη συνέχεια θεσμοθετείται μέσω διοικητικών ή νομοθετικών πράξεων και τέλος,προβάλλεται διεθνώς ως δήθεν υπαρκτή διαφορά», διασαφηνίζει .

Άρα, από αυστηρά νομική άποψη, η Τουρκία δεν αποκτά νέα δικαιώματα,συμπληρώνει.

Από στρατηγική όμως άποψη, επιδιώκει κατά τον ίδιο να ενισχύσει τη διαπραγματευτική και πολιτική της θέση, να εδραιώσει τη «Γαλάζια Πατρίδα» ως επίσημο κρατικό δόγμα και να διαμορφώσει σταδιακά ένα περιβάλλον αμφισβήτησης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

«Γι’ αυτό, η ελληνική πλευρά σωστά υπογραμμίζει ότι το νομοσχέδιο δεν έχει διεθνή ισχύ, αλλά ταυτόχρονα δεν πρέπει να υποτιμά τη σημασία του ως εργαλείου μακροπρόθεσμης αναθεωρητικής στρατηγικής της Άγκυρας», καταλήγει.