Δρ. Χρ. Τσιρογιάννης: Η αρχαιοκαπηλία δεν κλέβει μόνο αντικείμενα, κλέβει την ιστορία μας
Ο Δρ. Χρήστος Τσιρογιάννης.
«Όταν ένα αντικείμενο φύγει βίαια από το ανασκαφικό του περιβάλλον, χάνει την φωνή του»: ο διεθνώς αναγνωρισμένος αρχαιολόγος και ερευνητής της παράνομης διακίνησης αρχαιοτήτων Χρήστος Τσιρογιάννης μιλά στο CNN Greece για τις μάχες επαναπατρισμού, τα εμπόδια της διεθνούς συνεργασίας και την ανάγκη να σταματήσει το έγκλημα πριν καν συμβεί.
Ο ίδιος απορρίπτει κατηγορηματικά τον χαρακτηρισμό «Έλληνας Indiana Jones», εξηγώντας ότι ο κινηματογραφικός ήρωας ενσαρκώνει ακριβώς τη λογική της αρπαγής και της σιωπηρής αποδοχής παράνομων αρχαιοτήτων από μουσεία.
«Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι τιμητικός, είναι παραπλανητικός. Ο Indiana Jones ήταν ουσιαστικά ένας αρχαιοκάπηλος, οπότε το να με αποκαλούν με αυτό το όνομα είναι ύβρις», λέει, καλώντας και τα ΜΜΕ να αποφεύγουν τον συγκεκριμένο όρο.
Στέκεται με έμφαση στην πρόληψη ως τη μόνη ουσιαστική λύση: στην εκπαίδευση από μικρή ηλικία, στη συστηματική έρευνα προέλευσης και στη χρήση σύγχρονων εργαλείων, ακόμη και τεχνητής νοημοσύνης, για τη διαχείριση τεράστιων αρχείων.

Ο Δρ. Χρήστος Τσιρογιάννης.
«Όπως στην υγεία, έτσι και στην αρχαιοκαπηλία, το ζητούμενο δεν είναι η θεραπεία μετά το έγκλημα, αλλά να μην συμβεί ποτέ. Η πρόληψη είναι το κλειδί», σημειώνει, σκιαγραφώντας έναν αγώνα που αφορά όχι μόνο τους ειδικούς, αλλά ολόκληρη την κοινωνία.
Δεν μιλά για αρχαιότητες ως πολύτιμα αντικείμενα, αλλά ως φορείς γνώσης που κινδυνεύουν να χαθούν για πάντα.
Ο Χρήστος Τσιρογιάννης, ένας από τους σημαντικότερους διεθνώς ερευνητές της παράνομης διακίνησης αρχαιοτήτων, ξεκαθαρίζει στο CNN Greece ότι η αρχαιοκαπηλία είναι απ’ όλα έγκλημα κατά της ιστορίας.
Οι προσπάθειες και η έρευνα του αρχαιολόγου έχουν οδηγήσει στον εντοπισμό και επαναπατρισμό σημαντικών ελληνικών και άλλων αρχαιοτήτων.
«Υπήρξαν επαναπατρισμοί στους οποίους συνέβαλα χωρίς να έχω κάνει εγώ ο ίδιος τις ταυτίσεις. Υπήρξαν όμως και επαναπατρισμοί που βασίστηκαν κυρίως στις δικές μου ταυτίσεις και στην ανεύρεση των αντίστοιχων αποδεικτικών στοιχείων» εξηγεί ο ίδιος στο CNN Greece, και συμπληρώνει: «Από την πρώτη κατηγορία, δηλαδή εκείνη στην οποία συνέβαλα χωρίς να είναι απαραίτητα δική μου η αρχική ταύτιση, θα ξεχώριζα το χρυσό μακεδονικό στεφάνι από το μουσείο Γκετύ στην Καλιφόρνια το οποίο επέστρεψε το 2007. Ήμουν μέλος μιας ομάδας και επιβεβαίωσα την ταύτιση, η οποία είχε αρχικά γίνει από έναν μη ειδικό. Από τις ταυτίσεις που οδήγησαν σε επαναπατρισμούς βάσει δικής μου έρευνας, θα ξεχώριζα φυσικά ελληνικά αντικείμενα που επέστρεψαν στην Ελλάδα. Φαντάζομαι αυτό είναι αυτονόητο, γιατί έχουν επιστραφεί συνολικά αρχαιότητες σε 15 χώρες από ταυτίσεις που έχω κάνει».
Και ποιο θα «ξεχώριζε»;
«Όσον αφορά την Ελλάδα ειδικά, θα ξεχώριζα τον μαρμάρινο κούρο από τη συλλογή Steinhardt, τον οποίο ταύτισα το 2020, μαζί και με άλλα αντικείμενα της ίδιας συλλογής. Ξέρετε, ειδικά όταν πρόκειται για την Ελλάδα, τα θεωρώ όλα παιδιά μου. Όπως δεν πρέπει να ξεχωρίζουμε τα παιδιά μας, έτσι δεν μπορώ κι εγώ να ξεχωρίσω ένα συγκεκριμένο αντικείμενο. Ωστόσο, θα έλεγα ότι ο συγκεκριμένος κούρος είναι από μόνος του μια ιδιαίτερη και χαρακτηριστική περίπτωση».

O Κούρος που επαναπατρίστηκε το 2022.
Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη με τον αρχαιολόγο Χρήστο Τσιρογιάννη:
Η δουλειά σας έχει αποφέρει την ανακάλυψη και τον επαναπατρισμό χιλιάδων αρχαιοτήτων από μουσεία, οίκους δημοπρασιών και ιδιωτικές συλλογές. Ποιοι είναι οι πιο κρίσιμοι παράγοντες για την επιτυχία αυτών των επιχειρήσεων και τι ρόλο παίζει σήμερα η διεθνής συνεργασία στη μάχη κατά της αρχαιοκαπηλίας;
Χρήστος Τσιρογιάννης: Πρώτα απ’ όλα προϋποθέτει οργάνωση, συνεχή ενημέρωση και τακτοποίηση αυτών των πληροφοριών και ταυτόχρονα, φυσικά, έρευνα. Ούτως ώστε τα αποτελέσματα της έρευνας να οργανώνονται σωστά, να συνδυάζονται με τις πληροφορίες που προκύπτουν και να αποδίδουν ένα αποτέλεσμα, όπως για παράδειγμα την εύρεση των κατάλληλων αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να είναι επιτυχής μία διεκδίκηση. Όσον αφορά αυτό το κομμάτι, για να συνδέσω και το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν διεθνείς συνεργασίες, διότι μόνο έτσι επιτυγχάνονται στον μέγιστο δυνατό βαθμό τα καλύτερα αποτελέσματα. Πολλές φορές έχουμε δει ότι, όταν απουσιάζει αυτός ο βαθμός συνεργασίας, τα αποτελέσματα είτε καθυστερούν είτε οι διεκδικήσεις και οι επαναπατρισμοί αργούν να συμβούν. Για παράδειγμα, στην υπόθεση του Μουσείου Michael Carlos: είχα κάνει τρεις ταυτίσεις ήδη το 2007, στο Michael Carlos Museum στην Ατλάντα της Τζόρτζια στις ΗΠΑ. Οι ταυτίσεις αυτές είχαν ήδη δημοσιευθεί τόσο στον ελληνικό όσο και στον ξένο Τύπο. Παρ’ όλα αυτά, ο επαναπατρισμός τελικά έγινε μόλις το 2024, δηλαδή 17 χρόνια μετά. Επιπλέον, ένα τέταρτο αντικείμενο που ταύτισα επιστράφηκε, αλλά από τα πρώτα τρία, το ένα δεν έχει ακόμα επιστραφεί και απαιτούνται περισσότερες αποδείξεις, σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο, τουλάχιστον όπως αυτό εφαρμόζεται σήμερα. Αυτό είναι ένα από τα πάρα πολλά παραδείγματα που δείχνουν την έλλειψη συνεργασίας, συντονισμού και ενδιαφέροντος. Προφανώς έγιναν μεγάλες ή και τεράστιες παύσεις όσον αφορά τη διεκδίκηση. Δυστυχώς υπάρχουν πολλές άλλες τέτοιες περιπτώσεις που αφορούν όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και την Ιταλία, τις ΗΠΑ και άλλες χώρες στο εξωτερικό.
Ποια είναι τα πιο σημαντικά αρχαία από την Ελλάδα που έχουν σωθεί από αρχαιοκάπηλους μετά από δικές σας προσπάθειες;
Χρήστος Τσιρογιάννης: Υπήρξαν επαναπατρισμοί στους οποίους συνέβαλα χωρίς να έχω κάνει εγώ ο ίδιος τις ταυτίσεις. Υπήρξαν όμως και επαναπατρισμοί που βασίστηκαν κυρίως στις δικές μου ταυτίσεις και στην ανεύρεση των αντίστοιχων αποδεικτικών στοιχείων. Από την πρώτη κατηγορία, δηλαδή εκείνη στην οποία συνέβαλα χωρίς να είναι απαραίτητα δική μου η αρχική ταύτιση, θα ξεχώριζα το χρυσό μακεδονικό στεφάνι από το μουσείο Γκετύ στην Καλιφόρνια το οποίο επέστρεψε το 2007. Ήμουν μέλος μιας ομάδας και επιβεβαίωσα την ταύτιση, η οποία είχε αρχικά γίνει από έναν μη ειδικό. Από τις ταυτίσεις που οδήγησαν σε επαναπατρισμούς βάσει δικής μου έρευνας, θα ξεχώριζα φυσικά ελληνικά αντικείμενα που επέστρεψαν στην Ελλάδα. Φαντάζομαι αυτό είναι αυτονόητο, γιατί έχουν επιστραφεί συνολικά αρχαιότητες σε 15 χώρες από ταυτίσεις που έχω κάνει. Όσον αφορά την Ελλάδα ειδικά, θα ξεχώριζα τον μαρμάρινο κούρο από τη συλλογή Steinhardt, τον οποίο ταύτισα το 2020, μαζί και με άλλα αντικείμενα της ίδιας συλλογής. Ξέρετε, ειδικά όταν πρόκειται για την Ελλάδα, τα θεωρώ όλα παιδιά μου. Όπως δεν πρέπει να ξεχωρίζουμε τα παιδιά μας, έτσι δεν μπορώ κι εγώ να ξεχωρίσω ένα συγκεκριμένο αντικείμενο. Ωστόσο, θα έλεγα ότι ο συγκεκριμένος κούρος είναι από μόνος του μια ιδιαίτερη και χαρακτηριστική περίπτωση.

Ένα ασυντήρητο ειδώλιο ασυντήρητο στον Μέντιτσι.

Το παραπάνω προϊστορικό ειδώλιο, πλέον συντηρημένο, από την Σαρδηνία που αναγνωρίστηκε σε δημοπρασία του οίκου Christie's.
Σας έχουν αποκαλέσει «Έλληνα Indiana Jones». Ισχύει και γιατί δεν σας αρέσει αυτός ο χαρακτηρισμός;
Χρήστος Τσιρογιάννης: Σας ευχαριστώ για την ερώτηση, γιατί μου δίνετε την ευκαιρία να το ξαναπώ αυτό, για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί πράγματι δεν μου αρέσει, και θα εξηγήσω το γιατί. Και δεύτερον, για να μην υπάρχει παραπληροφόρηση στον κόσμο, που είναι και το σημαντικότερο. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο, δεν μου αρέσει διότι ο Indiana Jones, ως κινηματογραφικός χαρακτήρας, μπορεί να είναι πολύ καλός και περιπετειώδης για τις ανάγκες του Χόλιγουντ και των σεναριογράφων. Στην πραγματικότητα, όμως, όπως παρουσιάζεται, είναι ένας αρχαιοκάπηλος. Ας μην ξεχνάμε τις πρώτες σκηνές από την πρώτη κιόλας ταινία, όπου αρπάζει το χρυσό ειδώλιο μέσα από το σπήλαιο και προσπαθεί να το εξάγει παράνομα μέσω υδροπλάνου από τη ζούγκλα, πιθανότατα κάπου στη Λατινική Αμερική, με προορισμό ένα αμερικανικό μουσείο. Μάλιστα, λέει προκλητικά ότι, ακόμα και αφού απέτυχε, επειδή κάποιος άλλος καθηγητής αρχαιολογίας –επίσης αρχαιοκάπηλος– του το αρπάζει, όταν φτάνει στο μουσείο λέει στον διευθυντή: «Κρίμα που το έχασα, αλλά ξέρεις, ανήκει στο μουσείο». Και ο διευθυντής απαντά: «Μην ανησυχείς. Και αυτά που κατάφερες να φέρεις, δεν θα κάνουμε καμία ερώτηση, θα τα πάρουμε χωρίς ερωτήσεις». Αυτό αποκαλύπτει ακριβώς τι συνέβαινε στην πραγματικότητα στα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν γυρίστηκε η πρώτη ταινία Indiana Jones. Την απόκτηση από πλευράς μουσείων παράνομων αρχαιοτήτων, προερχόμενων από λαθρανασκαφές σε άλλες χώρες, χωρίς καμία ερώτηση σχετικά με την προέλευσή τους. Όλοι καταλάβαιναν, ακόμα κι αν δεν ήξεραν επακριβώς, ότι αυτά τα αντικείμενα δεν θα μπορούσαν να έχουν εξαχθεί νόμιμα. Συνεπώς, για αυτόν τον λόγο δεν μου αρέσει να αποκαλούν εμένα ή άλλους συναδέλφους «Indiana Jones», είτε στον χώρο της αρχαιολογίας, είτε της εγκληματολογίας, είτε του δικαστικού σώματος. Ο χαρακτηρισμός αυτός αποτελεί ουσιαστικά προσβολή, γιατί ο χαρακτήρας είναι αρχαιοκάπηλος και όχι κυνηγός παράνομων αρχαιοτήτων ή αρχαιολόγος που τιμά τις ηθικές αξίες. Κάθε άλλο. Και αυτό είναι καλό να το γνωρίζει ο κόσμος. Θα ήθελα, μάλιστα, να απευθύνω και μια παράκληση προς τους συναδέλφους σας, τους δημοσιογράφους, να μην χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο. Καταλαβαίνω ότι είναι 'πιασάρικος', με τη δημοσιογραφική έννοια, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εντελώς ανακριβής.
Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να ακολουθήσετε την εξειδίκευση στην έρευνα παράνομων κυκλωμάτων αρχαιοκαπηλίας και πώς αποτιμάτε την εμπειρία σας από τη δουλειά με αρχεία και φωτογραφίες που σχετίζονται με διεθνείς μεγαλεμπόρους παράνομων αρχαιοτήτων όπως ο Μέντιτσι, ο Μπεκίνα και ο Σάιμς;
Χρήστος Τσιρογιάννης: Πολλές φορές πολλοί άνθρωποι, σε οποιονδήποτε επαγγελματικό χώρο, μπορεί να εργάζονται σκληρά, αλλά να μην είναι τυχεροί, απλώς επειδή δεν έτυχε να συμβούν κάποιες συμπτώσεις που θα τους ευνοούσαν ακόμη περισσότερο. Παρ' όλα αυτά, κάποιος που εργάζεται σκληρά, πάντοτε, είτε μέσα από εμπόδια, είτε μέσα από ευκαιρίες που του παρουσιάζονται, θα έχει αποτελέσματα. Εγώ πιστεύω ότι εργάστηκα σκληρά, αλλά η αλήθεια είναι ότι ήμουν και τυχερός, διότι οφείλω τη συμμετοχή μου σε αυτό το κομμάτι της έρευνας σε διεθνές επίπεδο σε μία πρόσκληση που μου έγινε το 2004 από το Τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας της Ελληνικής Αστυνομίας, προκειμένου να συνδράμω εθελοντικά σε μία έρευνα εκτός Αθηνών. Έτσι ξεκίνησε αυτή η συνεργασία και, με βάση εκείνη την πρώτη υπόθεση, οι αστυνομικοί μού είπαν μετά το πέρας της ότι έχουν τεράστια ανάγκη από αρχαιολόγο. Δεν υπήρχε κανένας αρχαιολόγος στο Τμήμα, οι ίδιοι δεν γνώριζαν να ξεχωρίσουν ποια αντικείμενα εμπίπτουν στον νόμο και ποια όχι, αν είναι αυθεντικά, πώς να αναγνωρίσουν τα πλαστά κ.λπ. Τους είπα: «Τι χρειάζεστε από τη μεριά μου;», γιατί είδα ότι πράγματι γίνεται σοβαρή δουλειά και το εκτίμησα. Το ωράριό μου στην αρχαιολογική υπηρεσία ήταν 7:30 το πρωί με 3:30 το απόγευμα, όσο εργαζόμουν στο Υπουργείο Πολιτισμού ως συμβασιούχος, πάντοτε — αυτό πριν από 22 χρόνια πλέον. Μετά τις 3:30, λοιπόν, ήμουν στη διάθεσή τους. Και πράγματι, την επόμενη κιόλας μέρα με περίμεναν με μία μοτοσυκλέτα κάτω από το γραφείο μου, για να φύγουμε αμέσως, γιατί υπήρχε νέα υπόθεση. Ήταν μια συνεργασία που κράτησε τεσσεράμισι χρόνια. Συμμετείχα ως ειδικός αρχαιολόγος σε 144 υποθέσεις σε όλη την Ελλάδα, με προεκτάσεις στο εξωτερικό σε αρκετές από αυτές. Και για να απαντήσω και στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, κάποιες από αυτές αφορούσαν πραγματικά υποθέσεις του Διεθνούς Κυκλώματος Αρχαιοκαπηλίας, με τα αρχεία Σάιμς, Μέντιτσι και Μπεκίνα. Τα αρχεία αυτά τα έλαβε και η ελληνική πλευρά από την ιταλική, αλλά και εγώ ο ίδιος, φεύγοντας για την Αγγλία, έλαβα τα ίδια και ακόμη περισσότερα αρχεία απευθείας από την ιταλική Δικαιοσύνη, από τον αείμνηστο εισαγγελέα Πάολο Τζόρτζιο Φέρι, ο οποίος αποτελεί εμβληματική μορφή διεθνώς, από δικαστικής πλευράς, στον αγώνα κατά των αρχαιοκαπηλικών κυκλωμάτων. Τα αρχεία αυτά ήταν εξαιρετικά σημαντικά ως εφαλτήριο πληροφοριών, προκειμένου να ξεκινήσει η έρευνα σε πολύ ευρύτερο επίπεδο.
Μπορείτε να μας περιγράψετε ποιες είναι σήμερα οι πιο δύσκολες πλευρές στη διεκδίκηση και τον επαναπατρισμό των αρχαιοτήτων και ποια επόμενα βήματα σχεδιάζετε εσείς ή η διεθνής κοινότητα για να αντιμετωπιστούν αυτές οι δυσκολίες;
Χρήστος Τσιρογιάννης: Θα ξεκινούσα με αυτό που ήδη ανέφερα: την έλλειψη συνεργασίας, η οποία εμφανίζεται πολύ συχνά. Πρόκειται για ένα τεράστιο πρόβλημα, το οποίο επηρεάζει αρνητικά όχι τη δουλειά μου αυτή καθ' αυτή — διότι αυτή δεν εξαρτάται από αυτό — αλλά την εξέλιξή της, δηλαδή τα αποτελέσματα της δουλειάς μου. Όταν δεν υπάρχει συνεργασία, τα αποτελέσματα μπορεί να μένουν αναξιοποίητα για πολλά χρόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η υπόθεση του Μουσείου Μάικλ Κάρλος, όπου αντικείμενα επαναπατρίστηκαν στην Ελλάδα μετά από 17 ολόκληρα χρόνια, με το Υπουργείο Πολιτισμού να αποσιωπά, όπως κάνει συστηματικά και σε άλλες υποθέσεις, την ήδη δημοσιευμένη έρευνά μου, τις ταυτίσεις μου και τα σχετικά στοιχεία που είχα ανακαλύψει. Δυστυχώς, όμως, αυτό δεν είναι στο χέρι μου. Εξαρτάται από τις πολιτιστικές αρχές κάθε χώρας — ελληνικές, ιταλικές και άλλες — από τις αστυνομικές και τις δικαστικές αρχές, οι οποίες οφείλουν να δείχνουν άμεσο ενδιαφέρον μόλις δημοσιευθούν ή και τους γνωστοποιηθούν απ' ευθείας από εμένα αυτές οι πληροφορίες. Εγώ, ως αρχαιολόγος, είμαι υποχρεωμένος — και το κάνω πάντοτε — να δημοσιεύω τα αποτελέσματα των ερευνών μου. Η πρώτη και βασική υποχρέωση ενός αρχαιολόγου είναι η δημοσίευση, είτε πρόκειται για αρχαιολόγο πεδίου, που διενεργεί ανασκαφές, είτε για αρχαιολόγο που εργάζεται σε άλλη μορφή έρευνας, όπως εγώ στον τομέα της αρχαιοκαπηλίας. Εάν οι αρμόδιες αρχές δεν συνεργαστούν αμέσως μετά τη δημοσίευση, τότε η εξέλιξη της υπόθεσης σταματά. Η έρευνα συνεχίζεται από μέρους μου, αλλά η υπόθεση δεν προχωρά. Πέρα από αυτό, υπάρχουν σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης, ώστε η έρευνα να μπορεί να αναπτυχθεί ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα. Υπάρχουν επίσης ζητήματα ηλεκτρονικής ταξινόμησης και αξιοποίησης της καλώς εννοούμενης τεχνητής νοημοσύνης στον χώρο της έρευνας, κάτι απολύτως αναγκαίο λόγω της τεράστιας ποσότητας στοιχείων και της ανάγκης να συνδυαστούν όλα αυτά με ακρίβεια. Θα έλεγα ότι αυτά είναι τα κυριότερα προβλήματα. Παρά ταύτα, ο χώρος αυτός ανοίγει σιγά-σιγά. Αυτή τη στιγμή έχω 101 εθελοντές από όλο τον κόσμο — κυρίως φοιτητές όλων των βαθμίδων, προπτυχιακούς, μεταπτυχιακούς και υποψήφιους διδάκτορες, αλλά και ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με την αρχαιολογία και θέλουν απλώς να συνδράμουν. Πάντα βρίσκω τρόπους να βοηθούν: να εντοπίζουν καταλόγους δημοπρασιών, να καταγράφουν στοιχεία, να αναζητούν βιβλιογραφικές παραπομπές, να εποπτεύω τη συγγραφή άρθρων, ή οτιδήποτε άλλο χρειάζεται. Σταδιακά αυτό αποδίδει, καθώς οι επαναπατρισμοί δημιουργούν την ανάγκη και την πίεση— κυρίως στα μουσεία, αλλά και αλλού — για πρόσληψη ερευνητών προέλευσης, των λεγόμενων provenance researchers. Έτσι ανοίγονται και νέοι επαγγελματικοί δρόμοι, που αφορούν πρωτίστως την αρχαιολογία και την έρευνα των αρχαιοκαπηλικών κυκλωμάτων.

O Δρ. Χρήστος Τσιρογιάννης.
Ως επικεφαλής της έρευνας για την παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων στο πλαίσιο της UNESCO και ως λέκτορας σε διεθνή πανεπιστήμια, ποιο μήνυμα θα θέλατε να μεταδώσετε στις νέες γενιές σχετικά με την αξία της πολιτιστικής κληρονομιάς και την ανάγκη προστασίας της;
Χρήστος Τσιρογιάννης: Ότι η αρχαιοκαπηλία δεν αφορά αποκλειστικά σπανιότατες αρχαιότητες τεράστιας οικονομικής αξίας, αλλά όλες, και κυρίως, ότι το έγκλημα αυτό διαγράφει την ιστορία όλων μας. Η διάσωση και ο επαναπατρισμός αρχαιολογικών αντικειμένων είναι το ελάχιστο που μπορούμε να επιτύχουμε, δυστυχώς αφού το έγκλημα έχει ήδη συντελεστεί. Το ζητούμενο, όμως, είναι να μην συντελεστεί η αρχαιοκαπηλική δράση. Όπως λέμε στον χώρο της υγείας ότι προέχει η πρόληψη και όχι η θεραπεία, ακριβώς το ίδιο ισχύει και στον χώρο της αρχαιοκαπηλίας. Η πρόληψη είναι το κλειδί. Από πολύ νωρίς, ήδη από το Δημοτικό, θα έπρεπε να εισαχθούν μαθήματα στα σχολεία, ώστε τα παιδιά να κατανοήσουν ότι η λαθρανασκαφή και η βίαιη εξαγωγή ενός αντικειμένου από το ανασκαφικό του περιβάλλον το αποσυνδέει πλήρως από την πληροφορία και τη γνώση που φέρει. Όταν ένα αντικείμενο φύγει από τον χώρο του χωρίς σωστή καταγραφή, μπορεί να είναι όμορφο ή μοναδικό, αλλά δεν έχει πια καμία ιστορία να αφηγηθεί. Είναι εντελώς «μουγγό». Εκεί βρίσκεται η πραγματική αξία των αρχαιοτήτων και της αρχαιολογίας: στη διάσωση της πληροφορίας. Δεν πρόκειται για την ομορφιά, τη σπανιότητα ή — σε καμία περίπτωση — την οικονομική αξία. Για έναν αρχαιολόγο, η οικονομική αξία απαγορεύεται να αποτελεί κριτήριο. Είναι ηθικά απαράδεκτο. Θα ήθελα να αναφέρω ότι το μόνο σχολείο που έχει υλοποιήσει τέτοιες δράσεις στην Ελλάδα είναι το Γαλλικό Σχολείο Αθηνών «Ευγένιος Ντελακρουά» στην Αγία Παρασκευή. Εκεί, σε όλες τις βαθμίδες, κυρίως στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, κάναμε πρόσφατα μαθήματα, ασκήσεις και μελέτη υποθέσεων βήμα-βήμα, ώστε τα παιδιά να κατανοήσουν τον τρόπο διακίνησης αρχαιοτήτων και τον ρόλο μελών διαφορετικών κοινωνικών ομάδων στη διακίνηση αυτή, άρα το τί να αποφεύγεται. Πρόκειται για ένα φωτεινό παράδειγμα, που εύχομαι να ακολουθήσουν και άλλα σχολεία. Μου προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι κανένα Υπουργείο — ούτε του Πολιτισμού ούτε της Παιδείας — δεν έχει εισαγάγει ακόμη ένα μόνιμο μάθημα πάνω σε αυτό το ζήτημα, αν πραγματικά ενδιαφέρονται για την καταπολέμηση της αρχαιοκαπηλίας στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια.
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Τα ιστορικά μυστήρια που έλυσε η επιστήμη το 2025
«Κυνηγός» πολιτιστικών θησαυρών: Ο Έλληνας αρχαιολόγος που «πολεμά» τους αρχαιοκάπηλους
Ένα προϊστορικό… πάρκινγκ ήρθε στο φως στις όχθες μιας λίμνης του Ουινσκόνσιν
Μητσοτάκης: Θα διεκδικήσουμε τρίτη τετραετία - Τι είπε για το κόμμα Καρυστιανού
11:30
Άγρια δολοφονία στο Αγρίνιο: Πυροβόλησαν με καραμπίνα 50χρονο πρόεδρο κοινότητας
11:23
Θαυμαστές των BTS προσπαθούν να καταλάβουν τη σημασία του τίτλου του νέου τους άλμπουμ «Arirang»
11:19
Παπαζάχος: Τα σενάρια για τον ηφαιστειακό κίνδυνο από ενδεχόμενο τσουνάμι στη Σαντορίνη
11:10