ΒΟΟΚREADS CULTURE

Στο περιθώριο του ορατού: Το «Απέξω» του Αχιλλέα ΙΙΙ μάς αναγκάζει να κοιτάξουμε ξανά

Στο περιθώριο του ορατού: Το «Απέξω» του Αχιλλέα ΙΙΙ μάς αναγκάζει να κοιτάξουμε ξανά

Ο συγγραφέας Αχιλλέας ΙΙΙ.

photo/Νίκος Ραζής

Μέσα από 22 διηγήματα που ισορροπούν ανάμεσα στο χιούμορ και την αστική θλίψη, ο Αχιλλέας ΙΙΙ στο νέο του βιβλίο «Απέξω» επιχειρεί να αποκαταστήσει την επαφή μας με ό,τι έχουμε μάθει να αγνοούμε: τους «απέξω» ανθρώπους – και τελικά, τον ίδιο μας τον εαυτό.

Στη νέα του συλλογή διηγημάτων, ο Αχιλλέας ΙΙΙ κατασκευάζει έναν λογοτεχνικό μικρόκοσμο όπου τα όρια μεταξύ «εντός» και «εκτός» όχι μόνο θολώνουν αλλά καταρρέουν. Το «Απέξω» δεν είναι απλώς μια καταγραφή ανθρώπων στο περιθώριο· είναι μια συνειδητή απόπειρα αποδόμησης της βολικής απόστασης που κρατάμε από αυτούς.

Οι ήρωές του –άστεγοι, περιθωριοποιημένοι, «αόρατοι» της πόλης– κινούνται σε μια συχνότητα που, όπως υπονοεί ο συγγραφέας, οι περισσότεροι έχουμε ξεχάσει να ακούμε. Δεν πρόκειται για εξωτικές φιγούρες προς παρατήρηση, αλλά για καθρέφτες που επιστρέφουν ένα αλλοιωμένο, αλλά βαθιά οικείο είδωλο. Ο αναγνώστης δεν παραμένει απλός παρατηρητής· εμπλέκεται, ταυτίζεται, και τελικά εκτίθεται.

Η δομή των 22 διηγημάτων λειτουργεί σαν μια αλληλουχία μικρών ρηγμάτων στην καθημερινή αντίληψη. Σε καθένα από αυτά, η πραγματικότητα μοιάζει ελαφρώς μετατοπισμένη, σαν να έχει «παραχαραχθεί» – μια έννοια που ο ίδιος ο συγγραφέας αναγνωρίζει ως αναγκαία συνθήκη για να εντοπίσει κανείς νόημα μέσα στο αστικό χάος. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύμπαν όπου «δεν ισχύει κανένας κανόνας», αλλά ακριβώς γι’ αυτό αποκαλύπτεται μια βαθύτερη αλήθεια.

010100084582.jpg

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διττή συναισθηματική υφή του έργου. Ο Αχιλλέας ΙΙΙ αξιοποιεί μια σχεδόν «βοτανολογική» μεταφορά –τη συνύπαρξη τσουκνίδας και μολόχας– για να περιγράψει τη σχέση πίκρας και χιούμορ. Η πίκρα τσιμπά, ενοχλεί, αφυπνίζει· το χιούμορ λειτουργεί ως αντίδοτο, όχι για να αναιρέσει, αλλά για να καταστήσει ανεκτή την εμπειρία. Αυτή η ισορροπία αποτελεί και το βασικό αφηγηματικό εργαλείο του βιβλίου: τίποτα δεν γίνεται αφόρητο, αλλά τίποτα δεν επιτρέπεται να περάσει αδιάφορα.

Θεματικά, το «Απέξω» εγγράφεται σε μια παράδοση αστικής λογοτεχνίας που εξετάζει την αποξένωση, αλλά την επεκτείνει με μια ηθική διάσταση: την άρνηση της εξοικείωσης με τη δυστυχία. Ο συγγραφέας θέτει ευθέως το ερώτημα: τι σημαίνει να συνηθίζεις την οδύνη του άλλου; Και, κυρίως, ποιο είναι το κόστος αυτής της συνήθειας;

Η οπτική του, αυτοχαρακτηριζόμενη ως «απαισιαισιόδοξη», αποφεύγει τόσο τον κυνισμό όσο και την εύκολη ελπίδα. Αντί για λύσεις, προσφέρει μια επίμονη παρατήρηση: ακόμη και μέσα στην παρακμή, υπάρχουν θραύσματα νοήματος και ομορφιάς – αρκεί να είναι κανείς διατεθειμένος να τα αναζητήσει εκεί όπου συνήθως βλέπει μόνο «σκουπίδια».