Δημ. Μαλισσόβας: Ο Σακελλάριος εξακολουθεί να σχολιάζει τη σημερινή Ελλάδα
Ο Δημήτρης Μαλισσόβας.
«Ίσως αυτό που επιστρέφει σήμερα στη σκηνή δεν είναι μόνο το έργο του, αλλά η ανάγκη μας για ιστορίες που έχουν καρδιά, ρυθμό και ανθρώπινη αλήθεια», λέει ο Δημήτρης Μαλισσόβας με αφορμή την παράσταση «Ο Αλέκος βγήκε απ’ τον Παράδεισο», μια μουσικοθεατρική αναδρομή στον κόσμο του Αλέκου Σακελλάριου που επιχειρεί να γεφυρώσει το τότε με το τώρα.
«Ο Αλέκος Σακελλάριος παραμένει διαχρονικός γιατί δεν έγραψε απλώς κωμωδίες. Κατέγραψε με ακρίβεια τον ανθρώπινο χαρακτήρα μέσα στην καθημερινότητά του», λέει ο Μαλισσόβας, εξηγώντας πως πίσω από τις ατάκες και τις κωμικές καταστάσεις υπήρχε πάντα «μια βαθιά κατανόηση των ανθρώπινων αδυναμιών, των κοινωνικών αντιφάσεων και της ανάγκης για επικοινωνία».
Σε μια εποχή γρήγορης και συχνά επιφανειακής ψυχαγωγίας, θεωρεί ότι το κοινό επιστρέφει στον Σακελλάριο γιατί αναζητά «ιστορίες που έχουν καρδιά, ρυθμό και ανθρώπινη αλήθεια».

Ο Δημήτρης Μαλισσόβας.
Ο ίδιος αποφεύγει συνειδητά τη νοσταλγική παγίδα μιας «μουσειακής» αναπαράστασης της παλιάς Ελλάδας.
«Το εύκολο είναι να καταγράψεις μια εποχή. Εγώ προτίμησα να συνομιλήσω μαζί της», σημειώνει. Γι’ αυτό και η παράσταση δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει απλώς μια Ελλάδα που χάθηκε, αλλά να αναδείξει «τι επιβιώνει από αυτήν μέσα μας σήμερα».
Με αφαιρετική σκηνοθετική ματιά και σύγχρονη ευαισθησία, ο Μαλισσόβας επιχειρεί να κάνει τον λόγο του Σακελλάριου να ακούγεται όχι παλιός, αλλά «άμεσα αναγνωρίσιμος».
Η σχέση του με τις βιογραφικές παραστάσεις δεν είναι τυχαία. Από τη Ζωζώ Σαπουντζάκη και την Εντίθ Πιάφ μέχρι τον Μιχάλη Σουγιούλ, ο σκηνοθέτης δείχνει να έλκεται από προσωπικότητες που, όπως λέει, «δεν είναι απλώς πρόσωπα, είναι σύμβολα». Αυτό που τον ενδιαφέρει δεν είναι η γραμμική αφήγηση μιας ζωής, αλλά «το ρήγμα ανάμεσα στη δημόσια εικόνα και την ιδιωτική αλήθεια». Εκεί εντοπίζει και την ουσία του θεάτρου:
«Με ενδιαφέρει να μη φύγει ο θεατής έχοντας μάθει κάτι απλά για τη ζωή τους, αλλά να νιώσει ότι ήρθε σε επαφή με κάτι αληθινό».
Με σημαντική εμπειρία από μεγάλες παραγωγές μιούζικαλ όπως τα Cats, Grease, Evita και Fame, ο Μαλισσόβας μεταφέρει στην παράσταση τον ρυθμό και την πειθαρχία του μουσικού θεάτρου, δίνοντας όμως ιδιαίτερο βάρος στη λεπτομέρεια της ερμηνείας και στον ρυθμό της ελληνικής γλώσσας. Για εκείνον, ο «Αλέκος» δεν είναι μόνο μια παράσταση για το παρελθόν. Είναι μια συνομιλία με το σήμερα.
Και ίσως εκεί βρίσκεται τελικά η μεγαλύτερη δύναμη του Σακελλάριου. «Ο Αλέκος Σακελλάριος είχε την ικανότητα να κρύβει μέσα στο χιούμορ του μια πολύ διεισδυτική ματιά πάνω στην κοινωνία», λέει ο σκηνοθέτης.
«Ο Σακελλάριος έχει φύγει από το 1991, αλλά εξακολουθεί ακόμα να σχολιάζει τη σημερινή Ελλάδα». Γιατί, όπως καταλήγει ο ίδιος, η παράσταση δεν μιλά για «μια Ελλάδα που χάθηκε», αλλά για «μια Ελλάδα που, ακόμα κι αν δεν το ξέρουμε, υπάρχει ακόμα μέσα μας».
Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη:
Σε μια εποχή όπου το κοινό αναζητά νέες μορφές ψυχαγωγίας, τι πιστεύετε ότι κάνει τον Αλέκο Σακελλάριο τόσο διαχρονικό ώστε το έργο και η προσωπικότητά του να επιστρέφουν σήμερα στη σκηνή με τόσο ισχυρό συναισθηματικό αποτύπωμα;
Δημήτρης Μαλισσόβας: Ο Αλέκος Σακελλάριος παραμένει διαχρονικός γιατί δεν έγραψε απλώς κωμωδίες. Κατέγραψε με ακρίβεια τον ανθρώπινο χαρακτήρα μέσα στην καθημερινότητά του.
Το έργο του ισορροπεί, με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, ανάμεσα στο χιούμορ και τη συγκίνηση. Πίσω από τις ατάκες και τις κωμικές καταστάσεις, υπάρχει πάντα μια βαθιά κατανόηση των ανθρώπινων αδυναμιών, των κοινωνικών αντιφάσεων και της ανάγκης για επικοινωνία. Αυτά τα στοιχεία δεν ανήκουν σε μια συγκεκριμένη εποχή. Είναι σταθερές της ανθρώπινης εμπειρίας.
Ζούμε σε μια περίοδο που το κοινό βομβαρδίζεται από γρήγορη, συχνά επιφανειακή ψυχαγωγία. Τότε, ο Σακελλάριος, προσέφερε κάτι πιο ουσιαστικό. Μια μορφή αφήγησης που σε κάνει να γελάς, αλλά ταυτόχρονα σε φέρνει αντιμέτωπο με κάτι αληθινό και αναγνωρίσιμο. Και αυτή η αναγνωρισιμότητα είναι που δημιουργεί το συναισθηματικό αποτύπωμα. Ίσως, τελικά, αυτό που επιστρέφει σήμερα στη σκηνή δεν είναι μόνο το έργο του, αλλά η ανάγκη μας για ιστορίες που έχουν καρδιά, ρυθμό και ανθρώπινη αλήθεια.

Η παράσταση φαίνεται να ισορροπεί ανάμεσα στη νοσταλγία και στη σύγχρονη ματιά. Πώς προσεγγίσατε σκηνοθετικά μια «Ελλάδα που χάθηκε στον χρόνο» χωρίς να εγκλωβιστείτε στην απλή αναπαράσταση του παρελθόντος;
Δημήτρης Μαλισσόβας: Μια μουσειακή προσέγγιση θα ήταν παγίδα σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Αυτό ήταν κάτι που θέλησα εξαρχής να αποφύγω. Το εύκολο είναι να καταγράψεις μια εποχή. Εγώ προτίμησα να συνομιλήσω μαζί της.
Η αφετηρία μου ήταν το έργο και η ματιά του Αλέκου Σακελλάριου, όχι ως ιστορικό τεκμήριο, αλλά ως ζωντανό υλικό. Αντί να αναπαραστήσω μια Ελλάδα που χάθηκε, προσπάθησα να αναδείξω τι επιβιώνει από αυτήν μέσα μας σήμερα. Στις σχέσεις, στο χιούμορ, ακόμη και στις αντιφάσεις μας.
Σκηνοθετικά, αυτό μεταφράστηκε σε μια πιο αφαιρετική προσέγγιση. Δεν με ενδιέφερε η ρεαλιστική λεπτομέρεια της εποχής, αλλά η δημιουργία μιας ατμόσφαιρας που να γεφυρώνει το τότε με το τώρα. Οι ρυθμοί, η ερμηνευτική κατεύθυνση των ηθοποιών και η διαχείριση του λόγου δουλεύτηκαν με σύγχρονη ευαισθησία, ώστε το κείμενο να μην ακούγεται παλιό, αλλά άμεσα αναγνωρίσιμο. Εδώ, βοήθησαν οι εξαιρετικοί ηθοποιοί που είναι συνοδοιπόροι μου σε αυτή την παράσταση. Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης είναι ένας ηθοποιός παλιάς κοπής. Με μέτρο, ευαισθησία και συνέπεια. Έχουμε συνεργαστεί αρκετές φορές και πάντα έχω τη χαρά να δουλεύω μαζί του. Η Ματίνα Νικολάου είναι μια όμορφη γυναίκα, με κωμική ευαισθησία που δεν διστάζει να τσαλακώνεται. Εξαιρετική ηθοποιός. Και ο μαέστρος μας, ο Δημήτρης Κίκλης, γνωρίζει εκείνη την εποχή και τα τραγούδια της καλύτερα από τη σημερινή.
Η νοσταλγία υπάρχει, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός. Λειτουργεί περισσότερο σαν αίσθηση, σαν υπόστρωμα. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η επικοινωνία με το σημερινό κοινό. Γιατί αν κάτι δεν μπορεί να μιλήσει στο παρόν, τότε παραμένει απλώς μια όμορφη ανάμνηση, όχι ζωντανό θέατρο.

Στην πορεία σας έχετε καταπιαστεί με σπουδαίες προσωπικότητες όπως η Ζωζώ Σαπουντζάκη, η Εντίθ Πιάφ και τώρα ο Αλέκος Σακελλάριος. Τι σας ελκύει καλλιτεχνικά στις βιογραφικές παραστάσεις και πώς μετατρέπετε μια πραγματική ζωή σε ζωντανό θεατρικό γεγονός;
Δημήτρης Μαλισσόβας: Ήμουν από τους πρώτους που καταπιάστηκα με τις θεατρικές βιογραφίες. Ήταν περισσότερο η ανάγκη μου να χωθώ στις ζωές αυτών των σπουδαίων ανθρώπων, να τους παρατηρήσω, να τους καταλάβω, να τους αγαπήσω. Όταν έκανα το «Άς ερχόσουν για λίγο» με τον Γιάννη Μπέζο, έμαθα πολλά πράγματα για τον Μιχάλη Σουγιούλ που δεν ήξερα. Και ήταν μεγάλη η χαρά μου που τα επικοινώνησα με τον σημερινό κόσμο. Με ελκύουν οι βιογραφικές παραστάσεις, γιατί μιλούν για μια πραγματική ζωή. Για την εποχή, την ταυτότητα, την ανθρώπινη διαδρομή.
Προσωπικότητες όπως η Πιάφ, ο Σακελλάριος, ο Σουγιούλ, η Ζωζώ, έχουν κάτι κοινό. Δεν είναι απλώς πρόσωπα, είναι σύμβολα. Κουβαλούν μέσα τους μια ολόκληρη εποχή, αλλά και έντονες αντιφάσεις. Επιτυχία και ευαλωτότητα, δημόσια εικόνα και ιδιωτική αλήθεια. Αυτό το ρήγμα είναι θεατρικά εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Η πρόκληση για μένα δεν είναι να αφηγηθώ τη ζωή τους γραμμικά ή εγκυκλοπαιδικά, αλλά να εντοπίσω τον πυρήνα. Τι ήταν αυτό που τους καθόρισε, ποια ανάγκη, ποια σύγκρουση, ποιο βλέμμα πάνω στον κόσμο. Από εκεί και πέρα, η πραγματική ζωή λειτουργεί περισσότερο ως πρώτη ύλη παρά ως περιορισμός. Δηλαδή δεν είναι ένα βιογραφικό αφήγημα, αλλά ένα θεατρικό γεγονός με ρυθμό, ένταση και συναισθηματική διαδρομή.
Με ενδιαφέρει να μη φύγει ο θεατής έχοντας μάθει κάτι απλά για τη ζωή τους, αλλά να νιώσει ότι ήρθε σε επαφή με κάτι αληθινό —και ιδανικά, με κάτι που τον αφορά και σήμερα.
Έχετε σκηνοθετήσει μεγάλες παραγωγές μιούζικαλ όπως Cats, Grease, Evita και Fame. Πόσο έχει επηρεάσει αυτή η εμπειρία τη σκηνική γλώσσα και τον ρυθμό με τον οποίο προσεγγίζετε σήμερα μια ελληνική μουσικοθεατρική παράσταση όπως ο «Αλέκος»;
Δημήτρης Μαλισσόβας: Η εμπειρία μου από τα μεγάλα μιούζικαλ, ειδικά αυτά που έκανα στο Λονδίνο, έχει επηρεάσει καθοριστικά τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τη σκηνή, κυρίως σε επίπεδο ρυθμού, δομής και ενέργειας.
Τα μιούζικαλ σε εκπαιδεύουν σε μια πολύ αυστηρή οικονομία. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Η εναλλαγή σκηνών, η κορύφωση, η διαχείριση της ενέργειας του κοινού —όλα λειτουργούν με μουσική ακρίβεια. Αυτή τη λογική τη μεταφέρω και σε μια παράσταση όπως ο «Αλέκος», ακόμη κι αν το υλικό είναι διαφορετικής φύσης. Και πρέπει να πω ότι είναι ακόμη πιο δύσκολο γιατί δεν βασίζεται σε μια συγκεκριμένη φόρμα. Εδώ ο λόγος έχει άλλο βάρος. Η λεπτομέρεια της ερμηνείας είναι πιο εκτεθειμένη, και το χιούμορ βασίζεται πολύ στον ρυθμό της γλώσσας. Χρειάζεται ευαισθησία.
Οπότε θα έλεγα, ότι η επιρροή δεν είναι επιφανειακή. Υπάρχει η ίδια δομή, η ίδια πειθαρχία, η ίδια συγκέντρωση. Και κάτι περισσότερο. Είναι ένα ελληνικό θέμα. Και ένα τέτοιο θέμα εμπεριέχει εγγύτητα και αλήθεια.
Από το «Take Me Home» για τα Γλυπτά του Παρθενώνα μέχρι το Contact της πανδημικής περιόδου, φαίνεται πως σας ενδιαφέρει ένα θέατρο που συνομιλεί με την κοινωνία και την εποχή του. Θεωρείτε πως και ο Σακελλάριος, μέσα από το χιούμορ του, εξακολουθεί να σχολιάζει τη σημερινή Ελλάδα;
Δημήτρης Μαλισσόβας: Ναι — και ίσως πιο έντονα απ’ όσο φανταζόμαστε. Ο Αλέκος Σακελλάριος είχε την ικανότητα να κρύβει μέσα στο χιούμορ του μια πολύ διεισδυτική ματιά πάνω στην κοινωνία. Δεν σατίριζε απλώς καταστάσεις, αποκάλυπτε μηχανισμούς. Τον μικροαστισμό, την κοινωνική επίφαση, την αγωνία για κοινωνική άνοδο. Και αυτά τα στοιχεία, αν τα παρατηρήσουμε, δεν έχουν εκλείψει — απλώς έχουν αλλάξει μορφή.
Αυτό που τον κάνει επίκαιρο είναι ότι δεν στηρίζεται σε συγκυριακά αστεία, αλλά σε συμπεριφορές. Ο τρόπος που οι άνθρωποι διαχειρίζονται την εικόνα τους, οι συμβάσεις μέσα στις σχέσεις, η ανάγκη για αποδοχή. Όλα αυτά είναι απολύτως παρόντα και σήμερα, ίσως και πιο οξυμένα.
Ο Σακελλάριος έχει φύγει από το 1991, αλλά εξακολουθεί ακόμα να σχολιάζει τη σημερινή Ελλάδα. Και ίσως αυτό που αλλάζει, δεν είναι τόσο το έργο, όσο ο τρόπος που το ακούμε εμείς σήμερα.
Στη δική μας παράσταση θα βιώσουμε συναισθήματα και εικόνες, όχι από μια Ελλάδα που χάθηκε, αλλά από μια Ελλάδα που, ακόμα κι αν δεν το ξέρουμε, υπάρχει ακόμα μέσα μας. Δεν ήταν καθόλου εύκολα. Δεν ήταν ιδανικά. Ίσως ήταν και δυσκολότερα από σήμερα. Είχε όμως κάτι που σήμερα έχει εξασθενήσει…είχε την ελπίδα.
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Η Ελένη Κοκκίδου στο «Επί Σκηνής»: «Αν σήμερα ζούσε η γιαγιά μου θα ήταν πρωθυπουργός της χώρας»
Ελένη Κοκκίδου: «Αν σήμερα ζούσε η γιαγιά μου θα ήταν πρωθυπουργός της χώρας»
Ευρυδίκη: Σήμερα επιτυχία για μένα είναι η διάρκεια, η ελευθερία, η εσωτερική γαλήνη
SPONSORED
«Γαλάζια Πατρίδα»: Η νέα θεσμική κλιμάκωση της Άγκυρας και η ελληνική στρατηγική απάντηση
15:21
Σορός εντοπίστηκε σε βουνό της Κοζάνης - Πιθανολογείται ότι ανήκει σε ηλικιωμένο αγνοούμενο
15:10
Εξηγήσεις για το πλοίο που δέχθηκε επίθεση ζητά η Νότια Κορέα από το Ιράν
15:01
Πολάκης για τα περί μη συμμετοχής του στην Π.Γ ΣΥΡΙΖΑ: Φληναφήματα και χωρίς βάση όσα λέγονται
14:49