Κλαούδια Ουγιόα Ντονόσο: Ένα παράξενο ταξίδι στη Ρουμανία, ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο
Η Claudia Ulloa Donoso.
Veronika JorqueraΗ Περουβιανή συγγραφέας που έζησε ως μετανάστρια στη Νορβηγία μετατρέπει ένα ταξίδι στη Ρουμανία σε ένα σκοτεινό, παράξενο και βαθιά ανθρώπινο μυθιστόρημα για τη μοναξιά, την κατάθλιψη, τη μετανάστευση και την επίμονη επιθυμία για ζωή
Υπάρχουν βιβλία που ξεκινούν από μια ιστορία και υπάρχουν βιβλία που ξεκινούν από μια εικόνα. Στην περίπτωση της Κλαούδια Ουγιόα Ντονόσο, το «Σκότωσα έναν σκύλο στη Ρουμανία» φαίνεται να ξεκίνησε από έναν τίτλο που ήρθε στη συγγραφέα με τρόπο σχεδόν ανεξήγητο. «Δεν έχω σκοτώσει κανέναν σκύλο», έχει πει η ίδια, εξηγώντας πως ο τίτλος εμφανίστηκε στο μυαλό της με τέτοια καθαρότητα ώστε αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Η αρχική ιδέα ήταν μια ιστορία για ένα ταξίδι στη Ρουμανία· στην πορεία, όμως, το βιβλίο άνοιξε προς τη μετανάστευση, την κατάθλιψη, τον θάνατο, τη γλώσσα, την αποξένωση και τελικά προς το ίδιο το ερώτημα του τι μπορεί να κάνει η λογοτεχνία.
Το αποτέλεσμα, που κυκλοφόρησε το 2022 στα ισπανικά με τον τίτλο «Yo maté a un perro en Rumanía», είναι η πρώτη της μυθιστορηματική απόπειρα και ένα βιβλίο που έχει ήδη διανύσει μια αξιοσημείωτη διεθνή διαδρομή. Έχει εκδοθεί σε Ισπανία, Μεξικό, Κολομβία και άλλες χώρες, έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, ενώ τα δικαιώματά του έχουν αποκτηθεί μεταξύ άλλων από εκδότες στην Ιταλία, τη Δανία, τη Νορβηγία, τη Βραζιλία, την Πορτογαλία και την Κίνα. Από τον Ιούλιο του 2026 βρίσκεται πλέον και στα ελληνικά, από τις Εκδόσεις Carnivora, σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη και της Χριστίνας Φιλήμονος.
Η ιστορία είναι παράξενη όσο και ο τίτλος της. Μια τριανταπεντάχρονη Λατινοαμερικάνα μετανάστρια στη Νορβηγία, καθηγήτρια νορβηγικών σε μετανάστες, βρίσκεται βυθισμένη σε μια βαθιά κατάθλιψη και σε έναν χημικό λήθαργο από φάρμακα και αλκοόλ. Ένας πρώην μαθητής και φίλος της, ο Μιχάι —ή Οβίντιου, όπως αποκαλείται στη διάρκεια του ταξιδιού— αποφασίζει να την πάρει μαζί του στη Ρουμανία, την πατρίδα του. Εκείνο που αρχικά μοιάζει με ένα απλό ταξίδι γίνεται ένα παράξενο οδοιπορικό μέσα σε δρόμους, πόλεις, γλώσσες, μνήμες και διαφορετικές εκδοχές της ταυτότητας.
Το βιβλίο αρχίζει μάλιστα με τη φωνή ενός νεκρού σκύλου, ο οποίος μιλά για τον θάνατο και τη γλώσσα, δημιουργώντας εξαρχής μια ρωγμή ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς ένα παράξενο λογοτεχνικό εύρημα. Ο σκύλος γίνεται ένας ακόμη αφηγηματικός φακός μέσα από τον οποίο η Ουγιόα Ντονόσο εξετάζει τη ζωή, τον θάνατο, την ανθρώπινη μοναξιά και την ίδια τη δυνατότητα της γλώσσας να περιγράψει αυτό που δύσκολα περιγράφεται.

Ένα ταξίδι που δεν είναι ακριβώς ταξίδι
Η Μάρτα Σανθ, στη σημαντική κριτική της στην El País, χαρακτήρισε το βιβλίο «ένα λαμπρό μυθιστόρημα-ταξίδι». Για τη Σανθ, η Ουγιόα Ντονόσο καταφέρνει να συνδέσει γλώσσα και σκέψη μέσα από μια ασυνήθιστη μυθιστορηματική δομή, χαρακτήρες και φωνές, χρησιμοποιώντας το ταξίδι για να μιλήσει για μια Ευρώπη «δύο ταχυτήτων», τη Λατινική Αμερική, τις ταξικές και πολιτισμικές διαφορές, αλλά και τις σχέσεις ανάμεσα στα φύλα και στα είδη.
Η παρατήρηση αυτή είναι σημαντική, γιατί το «Σκότωσα έναν σκύλο στη Ρουμανία» μπορεί εύκολα να διαβαστεί αρχικά ως ένα σκοτεινό road movie σε μορφή μυθιστορήματος. Όσο όμως προχωρά, γίνεται σαφές ότι ο δρόμος δεν είναι παρά η εξωτερική μορφή μιας εσωτερικής μετακίνησης. Η ηρωίδα ταξιδεύει σε μια χώρα που δεν γνωρίζει, σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνει, μαζί με έναν άνθρωπο που γνωρίζει αλλά ταυτόχρονα δυσκολεύεται να κατανοήσει. Το ταξίδι επομένως δεν την οδηγεί απλώς από το Βουκουρέστι προς τη ρουμανική επαρχία. Την οδηγεί βαθύτερα μέσα στην αποξένωσή της.
Αυτό είναι και το σημείο όπου η εμπειρία της ίδιας της συγγραφέα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, χωρίς το βιβλίο να χρειάζεται να διαβαστεί ως αυτοβιογραφία.
Η Κλαούδια Ουγιόα Ντονόσο γεννήθηκε στη Λίμα το 1979, σπούδασε Τουρισμό στο Περού και στη συνέχεια Κοινωνιολογία και Ισπανική Γλώσσα στη Νορβηγία, στο Πανεπιστήμιο του Τρόμσο. Ζει εδώ και χρόνια στη Νορβηγία και έχει εργαστεί ως καθηγήτρια ισπανικών και νορβηγικών σε μετανάστες. Η δική της εμπειρία της μετακίνησης από το Περού στη βόρεια Ευρώπη διαπερνά τη γραφή της, χωρίς να εξαντλείται σε αυτήν.
Η ίδια είχε ήδη δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό σύμπαν με τις συλλογές διηγημάτων «El pez que aprendió a caminar» και «Pajarito», καθώς και με το «Séptima madrugada», που βασίστηκε στο ομώνυμο ιστολόγιό της. Στα 18 της χρόνια είχε κερδίσει το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού Caretas, γεγονός που την έφερε από πολύ νωρίς στο λογοτεχνικό προσκήνιο του Περού. Το 2017 επιλέχθηκε για τη «Μπογκοτά 39», τη λίστα του Hay Festival με τους 39 πιο υποσχόμενους συγγραφείς μυθοπλασίας της Λατινικής Αμερικής κάτω των 40 ετών, δίπλα σε ονόματα όπως η Σαμάντα Σβάιμπλιν και η Βαλέρια Λουισέλι.
Η κατάθλιψη δεν είναι φόντο
Ένα από τα στοιχεία που ξεχώρισαν ιδιαίτερα οι κριτικοί είναι ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας χειρίζεται την ψυχική κατάρρευση της ηρωίδας.
Η La Vanguardia, σε άρθρο για την αυξανόμενη παρουσία θεμάτων ψυχικής υγείας στη σύγχρονη λογοτεχνία, εντάσσει το μυθιστόρημα της Ουγιόα Ντονόσο στα χαρακτηριστικά παραδείγματα της νέας αυτής τάσης. Η πρωταγωνίστρια δεν αντιμετωπίζει απλώς μια δύσκολη περίοδο: βρίσκεται σε μια κατάσταση βαθιάς κατάθλιψης, απομονωμένη από τον κόσμο και τον ίδιο της τον εαυτό.
Η μοναξιά, επομένως, δεν είναι ένα από τα θέματα του βιβλίου. Είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται.
Μια κριτική στο λογοτεχνικό περιοδικό El Hablador το περιγράφει ως μυθιστόρημα που εξερευνά τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν μια κοινωνία που τους καταδικάζει στη μοναξιά. Η ηρωίδα, σύμφωνα με την κριτική, δεν βρίσκεται απλώς σε προσωπικό αδιέξοδο, αλλά έρχεται αντιμέτωπη με μια ευρύτερη μορφή αποξένωσης και με τον ακραίο πραγματισμό μιας κοινωνίας που μπορεί να αφήσει το άτομο αποσυνδεδεμένο από τον εαυτό του και τους άλλους.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές του βιβλίου: η κατάθλιψη δεν χρησιμοποιείται απλώς για να προσδώσει σκοτάδι στην αφήγηση. Επηρεάζει τον ίδιο τον ρυθμό της. Η αφήγηση μοιάζει συχνά να επιβραδύνεται, να βυθίζεται στο ίδιο τέλμα στο οποίο βρίσκεται η πρωταγωνίστρια.
Αυτό ακριβώς ανέδειξε και η Κωνστάνσα Τερνιτσιέ σε ακαδημαϊκή μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2025 στο Cuadernos LIRICO. Ο τίτλος της —«Η βραδύτητα της μετανάστευσης στο “Σκότωσα έναν σκύλο στη Ρουμανία”»— είναι ενδεικτικός: η μετανάστευση στο μυθιστόρημα δεν παρουσιάζεται μόνο ως γεωγραφική μετακίνηση, αλλά ως μια αργή, ατελείωτη διαδικασία απομάκρυνσης και επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας. Η μελέτη εξετάζει επίσης τον ρόλο του ζώου, τις αντιθέσεις ανάμεσα στη σιωπή και τη φλυαρία και τον τρόπο με τον οποίο οι παρεκβάσεις διαστέλλουν τον χρόνο της αφήγησης.
Από τη Νορβηγία στη Ρουμανία και από εκεί παντού
Η αρχική ιδέα ήταν να γράψει ένα μεγάλο διήγημα. Στην πορεία, η ιστορία μεγάλωσε και άρχισε να συγκεντρώνει μέσα της θέματα που αρχικά δεν είχε σχεδιάσει: τη μετανάστευση, την εξορία, τη μνήμη, την αποξένωση και τη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο από τον οποίο έφυγε.
Κάπως έτσι, η Ρουμανία γίνεται ένας τόπος επιστροφής για τον Μιχάι αλλά και ένας τόπος απόλυτης απομόνωσής για την ανώνυμη γυναίκα. Εκείνος επιστρέφει στη χώρα από την οποία έφυγε και ανακαλύπτει ότι δεν είναι πια ακριβώς ο άνθρωπος που άφησε πίσω του. Εκείνη βρίσκεται σε έναν τόπο όπου δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα, τα κοινωνικά σημεία αναφοράς ή τους ανθρώπους γύρω της.
Και οι δύο, με διαφορετικό τρόπο, είναι ξένοι.
«Ένα μυθιστόρημα γραμμένο σε κατάσταση χάρης»
Η διεθνής υποδοχή του βιβλίου υπήρξε εντυπωσιακά θερμή. Η Μάρτα Σανθ το χαρακτήρισε «λαμπρό μυθιστόρημα» και «λαμπρό ταξίδι», ενώ ο Φερνάντο Ιβασάκι το συμπεριέλαβε στα καλύτερα βιβλία του 2022. Η Αντριάνα Μπερτορέλι στην El Mundo μίλησε για «εκθαμβωτικό ντεμπούτο», ενώ η La Vanguardia το χαρακτήρισε «πολύτιμο και επώδυνο» βιβλίο. Η Μαρία Χοσέ Νάβια, γράφοντας στο El Mercurio, στάθηκε στην παράξενη και φωτεινή ιστορία ενός ταξιδιού και στις λέξεις που μπορούν ταυτόχρονα να κάνουν τους ανθρώπους ξένους και να τους προσφέρουν έναν τόπο στον κόσμο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η υποδοχή από συγγραφείς της νεότερης λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας. Η Γκαμπριέλα Βίνερ μίλησε για «μια ιστορία ευαλωτότητας και συντροφικότητας» και για την προσπάθεια του βιβλίου να «μεταφράσει κόσμους». Η Λιλιάνα Κολάνσι το χαρακτήρισε απρόβλεπτο και θαυμαστό ταξίδι, μια γραφή αντιμέτωπη με τον θάνατο αλλά ταυτόχρονα προσεκτική απέναντι στο μυστήριο και τον επίμονο παλμό της ζωής. Ο Εντμούντο Παθ Σολντάν έφτασε να γράψει πως το μυθιστόρημα είναι «γραμμένο σε κατάσταση χάρης», ενώ η Χασμίνα Μπαρέρα μίλησε για την ένταση, την αγωνία και την ομορφιά που εξακολουθεί να αισθάνεται «στο δέρμα» της μετά την ανάγνωσή του.
Ακόμη και οι πιο ακαδημαϊκές προσεγγίσεις του βιβλίου επιστρέφουν τελικά στην ίδια ιδέα: η Ουγιόα Ντονόσο ενδιαφέρεται λιγότερο να εξηγήσει και περισσότερο να δημιουργήσει μια εμπειρία αποπροσανατολισμού. Η πραγματικότητα στο μυθιστόρημά της δεν είναι σταθερή. Μπορεί ανά πάσα στιγμή να μετακινηθεί από το ρεαλιστικό στο παράλογο, από το κωμικό στο σκοτεινό, από τη σωματική παρατήρηση στη μεταφυσική.
Η ελληνική έκδοση του «Σκότωσα έναν σκύλο στη Ρουμανία» κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2026 από τις Εκδόσεις Carnivora, στη σειρά «Amarilla». Η ελληνική έκδοση αριθμεί 440 σελίδες και μεταφράστηκε από την Ασπασία Καμπύλη και τη Χριστίνα Φιλήμονος.
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Bookreads: Γιαπωνέζικο μυστήριο, αμερικάνικο νουάρ και μια νύφη που...δεν συγχωρεί
Bookreads: Γιώργος Χωματηνός - Ο μύθος κατοικεί την πραγματικότητα
Σέρρες: Συνελήφθησαν τρεις ανήλικοι για κλοπές δικύκλων και διαρρήξεις
13:20
Δημοψήφισμα στην Ισλανδία: Άνοιξαν οι κάλπες για την ένταξη της χώρας στην ΕΕ
13:08
Πεζεσκιάν: Βρισκόμαστε σε εμπόλεμη κατάσταση και οφείλουμε να αποδεχθούν τις συνθήκες
12:58
Ζελένσκι μετά τις εκρήξεις στο Κίεβο: «Τα πυρομαχικά δεν μπορεί να αποθηκεύονται κοντά σε κατοικίες»
12:52