CULTURE

Η Ευ. Μουμούρη «Επί Σκηνής»: Το ωραίο της ζωής αρχίζει όταν σταματήσεις να την θεωρείς δεδομένη

Η Ευ. Μουμούρη «Επί Σκηνής»: Το ωραίο της ζωής αρχίζει όταν σταματήσεις να την θεωρείς δεδομένη

Η Ευαγγελία Μουμούρη μιλάει στο Επί Σκηνής. 

Νίκος Ραζής/CNN Greece

«Η αλήθεια είναι ότι όλοι μας θεωρούμε δεδομένη τη ζωή μας. Νομίζω μέχρι τα 45, θεωρείς ότι η ζωή σου είναι δεδομένη. Μετά βλέπεις σιγά - σιγά τους φίλους σου, τους μεγαλύτερους φίλους σου, λίγο να δυσκολεύονται. Βλέπεις τους γονείς σου να φεύγουν. Μετά αρχίζεις σιγά σιγά να λες, μάλλον δεν είναι τόσο δεδομένη η ζωή μου. Και τότε αρχίζει το ωραίο της ζωής. Μόνο τότε. Δηλαδή τη στιγμή που καταλαβαίνεις ότι δεν θα την έχεις για πάντα, τότε αρχίζει το ωραίο»: η Ευαγγελία Μουμούρη μιλά στο Επί Σκηνής του CNN Greece για τη ζωή με έναν τρόπο που μοιάζει να συναντά απευθείας τη νέα της θεατρική ηρωίδα.

Στη «Μια Κανονική Μέρα» της Κατερίνας Γιαννάκου, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Τσαφούλια, μια γυναίκα βλέπει την καθημερινότητά της να ανατρέπεται μέσα σε μία στιγμή και καλείται να συνεχίσει, περνώντας από τον θυμό, την απώλεια, τη μοναξιά και τελικά την ανάγκη να ξαναστήσει τη ζωή της από την αρχή.

moumouri

Η Ευαγγελία Μουμούρη μιλάει στο Επί Σκηνής.

Νίκος Ραζής/CNN Greece

Με τον Σωτήρη Τσαφούλια, άλλωστε, η Μουμούρη έχει ήδη μοιραστεί μια σημαντική διαδρομή μέσα από το «Ριφιφί». Η πρώτη τους γνωριμία, πριν ακόμη γίνει η συνεργασία τους, είχε μια δόση από το χιούμορ που χαρακτηρίζει και την ίδια:

«Ήμουν σε μια πρεμιέρα και συζητούσαμε, έρχεται ο Σωτήρης, μου λένε από εδώ ο Σωτήρης, χαίρω πολύ. Μου μιλάει στον πληθυντικό και μου λέει, να ξέρετε, είμαι θαυμαστής σας. Και εγώ, έτσι όπως ήμουνα καθισμένη, του λέω, ‘’δεν σας αδικώ’’. Μετά από αυτό, λες, αν είχα μία ευκαιρία να δουλέψω τώρα με τον άνθρωπο, που είχα δει και το ‘’Έτερος εγώ’’, που τον είχα δει στην τηλεόραση, να μιλάει τόσο ωραία κτλ, την είχα μόνη μου αφαιρέσει, την είχα διώξει, την είχα κλωτσήσει, θα έλεγα. Μετά πήγα στο σπίτι μου το βράδυ και έλεγα, πω πω, τι είπα τώρα στον άνθρωπο, θα νομίζει ότι είμαι κανένα ψώνιο και όλα αυτά. Αυτή ήταν η γνωριμία. Τελείωσε όλο αυτό. Δεν τον ξαναείδα ποτέ. Μέχρι εκείνο το μεσημέρι ενός καλοκαιριού, που με πήρε τηλέφωνο και μου λέει, γεια σου, είμαι ο Σωτήρης Τσαφούλιας. Λέω από μέσα μου, έλα, εντάξει τώρα ποιος είναι, κάποιος μου κάνει πλάκα. Μου είπε μέσα σε πέντε λεπτά όλη την ιστορία του Ριφιφί.»

Το «Ριφιφί» έφερε τη Μουμούρη σε μια εμπειρία εντελώς διαφορετική από όσα είχε συνηθίσει μέχρι τότε, με τα γυρίσματα να πραγματοποιούνται ακόμη κάτω από τη γη. Η ίδια θυμάται τις δύσκολες συνθήκες, αλλά κυρίως την αίσθηση ότι βρισκόταν μέσα σε μια πραγματικότητα που την είχε παρασύρει ολοκληρωτικά:

«Εγώ το βίωσα λίγο σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Γιατί ήταν τόσο οργανωμένη η παραγωγή, που δεν χρειαζόταν να ασχοληθώ με κάτι. Μας τα είχαν εξηγήσει όλα υπέροχα. Υπήρχαν σπηλαιολόγοι παντού. Δεν φοβόσουν. Έχω λίγο κλειστοφοβία. Αλλά επειδή είχε και ο Χρήστος, ο Χατζηπαναγιώτης, δεν το είπα κι εγώ. Ο,τι δεν λες δεν υπάρχει. Ήταν οι συνθήκες αρκετά δύσκολες. Όμως την πραγματικότητα για μένα, το ζούσα 100% οπότε δεν είχε περιθώριο για κούραση, ούτε για αγωνία, άγχος, φόβο».

moumouri epi skinis

Η Ευαγγελία Μουμούρη μιλάει στο Επί Σκηνής.

Νίκος Ραζής/CNN Greece

Από το «Ριφιφί» και την ένταση των γυρισμάτων, η κουβέντα επιστρέφει στην απώλεια, που βρίσκεται και στην καρδιά της παράστασης «Μια Κανονική Μέρα». Η Μουμούρη δεν μιλά γι' αυτήν μόνο μέσα από τον ρόλο. Ένα πρόσφατο προσωπικό περιστατικό, η απώλεια ενός παλιού φίλου και η συνάντηση με τη γυναίκα του μετά την κηδεία, της έδωσαν μια ακόμη αφορμή να σκεφτεί τι σημαίνει να συνεχίζεις όταν ένας άνθρωπος που αποτελούσε μέρος της ζωής σου δεν υπάρχει πια:

«Πριν από λίγες εβδομάδες πέθανε ένας φίλος μου από το πανεπιστήμιο στον Όλυμπο και πήγαμε στην κηδεία. Μετά βρεθήκαμε στο τραπέζι και ήμασταν όλοι μαζί, οι συμφοιτητές και η γυναίκα του. Και κάποια στιγμή κοιτούσα τον άλλον και γέλαγε, έλεγα από μέσα μου, κοίτα τον έχει ξεχάσει το Λουκά. Κοιτούσα τον άλλον ενώ τρώγαμε. Έλεγα, ναι, ναι, τώρα τον έχουν ξεχάσει το Λουκά. Ενώ αυτό είναι δικό μου, ξέρεις. Έλεγα, θα τον θυμόμαστε το Λουκά; Και όταν ρώτησα τη γυναίκα του, τι νιώθεις τώρα. Μου λέει, με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, τι να σου πω. Έχω θυμό. Έχω θυμό. Και μου το είπε με ένα χαμόγελο. Ούτε με δάκρυα, ούτε τίποτα. Γιατί αυτή η γυναίκα οφείλει να συνεχίσει. Γιατί έχει ένα παιδί. Και αναρωτιόμαστε κι εμείς, πώς θα τον δούμε ξανά το φίλο μας. Θα κάνουμε ένα πάρτι. Θα κάνουμε πάρτι στη γυναίκα του. Θα συζητάμε για αυτόν. Όμως εμείς θα φύγουμε. Η γυναίκα αυτή με το παιδί θα είναι... θα κλείσει η πόρτα και θα είναι μόνοι τους.»

Η σχέση της με το κοινό είναι μια άλλη πλευρά της ίδιας δουλειάς. Η Μουμούρη έχει περάσει τρεις δεκαετίες σε τηλεόραση και θέατρο, χωρίς να αισθάνεται ότι έκανε ποτέ μια «τρελή επιτυχία» που να ταυτίζεται αποκλειστικά μαζί της. Αντίθετα, αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα στους ρόλους που έχει ερμηνεύσει και στις στιγμές που οι θεατές τής επιστρέφουν κάτι από τη δουλειά της:

«Δεν έχω κάνει δική μου τρελή επιτυχία Έχω κάνει επιτυχία σε ρόλους. Κυκλοφορώ και μου λένε «Α, η Ευλόγησον», «Α, η χήρα του Φατσέα». Αλλά υπάρχουν άλλοι που έχουν περάσει χειρότερα. Δηλαδή, ο Σάκης Ρουβάς έχει περάσει χειρότερα από μένα. Οπότε δεν μπορώ να πω... Τι είμαι εγώ μπροστά στον Σάκη Ρουβά που του σκίζουν τα πουκάμισα; Εμένα δεν μου έχει σκίσει κανείς κανένα πουκάμισο. Με πολύ χαρά τα δέχομαι αυτά, γιατί δεν είναι κάτι ενοχλητικό. Χαίρομαι πολύ γιατί αυτό σημαίνει ότι η δουλειά που κάνουμε, που είναι στην πραγματικότητα, μπορεί να είναι ομαδική, αλλά είναι και αρκετά μοναχική. Δηλαδή, εγώ ξυπνάω το πρωί, έξι ώρα, πηγαίνω, κάνω τη δουλειά μου στη τηλεόραση, μετά πηγαίνω στο θέατρο, μπαίνω σε ένα άδειο θέατρο, μπαίνει ο κόσμος, όταν βγαίνω έχει φύγει ο κόσμος, πάλι είναι άδειο το θέατρο. Δεν ξέρω ακριβώς πολλές φορές ποιο είναι το αντίκρισμα αυτής της δουλειάς μου. Όταν λοιπόν έρχονται και νέα παιδιά και πιο μεγάλοι και μου λένε «Σε είδαμε στη τηλεόραση και πω πού τι ωραίο», για μένα είναι πολύ συγκινητικό. Και πόσο περισσότερο τώρα με το Ριφιφί, που βλέπω μία συγκίνηση στα μάτια των ανθρώπων που δεν την είχα δει.»

Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη με την Ευαγγελία Μουμούρη:

Το «Μια κανονική μέρα» μιλά για μια γυναίκα που πρέπει να συνεχίσει τη ζωή της, όταν η ζωή της έχει πάψει να είναι κανονική. Εσύ ως Ευαγγελία, ποιο πράγμα θεωρείς ότι είναι κανονικό στη ζωή σου, ενώ μέσα σου ξέρεις ότι δεν είναι καθόλου.

Ευαγγελία Μουμούρη: Κοίτα, να ξεκινήσω από την παράσταση. Το «Μια κανονική μέρα» είναι άλλη μια μέρα στη ζωή αυτής αυτής της γυναίκας. Μια κανονική μέρα που ο άντρας της πήγε και πέθανε. Η μέρα ήταν κανονική. Εκείνη ξύπνησε το πρωί, έβαλε πρωινό στα παιδιά, αποχαιρέτησε τον άντρα της να πάει απέναντι στο καθαριστήριο, πήγε τα παιδιά σχολείο. Αυτό είναι μια κανονική μέρα. Κι όταν γύρισε, αυτή η μέρα δεν ήταν πια κανονική. Ή μάλλον αυτό που έγινε, έγινε εκείνη την κανονική μέρα. Τώρα η ερώτησή σου, όλη μας η ζωή είναι μια κανονική ζωή. Ξαφνικά μπορεί όλα να αλλάξουν. Από το να να πω γεια σου και μετά να πεθάνω, μέχρι το οτιδήποτε. Η αλήθεια είναι ότι όλοι μας θεωρούμε δεδομένη τη ζωή μας. Νομίζω μέχρι τα 45 εκεί, θεωρείς ότι η ζωή σου είναι δεδομένη. Μετά βλέπεις σιγά σιγά τους φίλους σου, τους μεγαλύτερους φίλους σου, λίγο να δυσκολεύονται. Βλέπεις τους γονείς σου να φεύγουν. Μετά αρχίζεις σιγά σιγά να λες, μάλλον δεν είναι τόσο δεδομένη η ζωή μου. Και τότε αρχίζει το ωραίο της ζωής. Μόνο τότε. Δηλαδή τη στιγμή που καταλαβαίνεις ότι δεν θα την έχεις για πάντα, τότε αρχίζει το ωραίο.

Moumouri epi skinis

Η Ευαγγελία Μουμούρη μιλάει στο Επί Σκηνής.

Νίκος Ραζής/CNN Greece

Μετά την επιτυχία του Ριφιφί, ξαναβρίσκεστε με τον Σωτήρη Τσαφούλια. Αλλά αυτή τη φορά σας αφήνει μόνη πάνω στη σκηνή για 75 λεπτά. Είναι μεγαλύτερος φόβος να σε σκηνοθετεί ένας άνθρωπος που πλέον σε ξέρει τόσο καλά ή μεγαλύτερη ασφάλεια; Και κυρίως ποιος από τους δύο είναι πιο απαιτητικός, ο Τσαφούλιας ή ο εαυτός σου;

Ευαγγελία Μουμούρη: Νομίζω ότι από την πρώτη στιγμή που ο Σωτήρης με πλησίασε τηλεφωνικώς για να κάνω το Ριφιφί, από τη στιγμή που ξεκινήσαμε να διαβάζουμε και να δουλεύουμε μαζί, δεν λέγαμε πολλά. Υπάρχουν άνθρωποι που κάθεσαι και συζητάς πάρα πολύ και που αναλύεις πράγματα. Ο Σωτήρης δεν είναι αυτό. Το μυαλό του από ό,τι έχω καταλάβει αυτά τα χρόνια λειτουργεί με άλλους ρυθμούς, τελείως διαφορετικούς από το δικό μου μυαλό. Δηλαδή, εκεί που εγώ κάθομαι σε μία φράση, σε δύο λέξεις, να πω πώς θα το πω τώρα αυτό, μήπως να το πούμε έτσι, μήπως να το πούμε αλλιώς, να προτείνω να το πούμε έτσι, ο Σωτήρης ξέρει ήδη ποιο θα είναι το σωστό. Τρέχει και εγώ τον ακολουθώ. Δεν ξέρω τώρα ποιος είναι πιο απαιτητικός. Νομίζω ότι ο καθένας είναι απαιτητικός με τον εαυτό του και αγαπησιάρικος με τον άλλον. Η αλήθεια είναι ότι δεν θα ήθελα, δεν είχα όνειρο να παίξω μόνη μου στο θέατρο, γιατί κάνω θέατρο για να απαντήσω στο ερώτημα της ζωής μου, που είναι γιατί δεν είμαστε όλοι μαζί. Οπότε τώρα το μαζί πάνω στη σκηνή δεν θα υπάρξει, αλλά υπάρχει στην προετοιμασία, θα υπάρχει με έναν άλλο τρόπο, όπου δεν το είχα κάνει, το είχα κάνει άλλη μία, ας πούμε, άλλη μία φορά είχα κάνει ένα μονόλογο, αλλά δεν ήταν το αγαπημένο μου. Τώρα βλέπω μια άλλη γοητεία σ' αυτό. Και επίσης, επειδή μου πρότεινε αυτό το έργο, θεωρούσα ότι μπορεί να έβλεπε κάτι που εγώ ή κανένας άλλος δεν έβλεπε. Όπως όταν με διάλεξε, χωρίς να γνωριζόμαστε, έτσι και διάλεξε αυτό το κείμενο να το κάνω εγώ. Εγώ δεν ήξερα γιατί. Εκείνος ήξερε.

moumouri epi skinis

Η Ευαγγελία Μουμούρη μιλάει στο Επί Σκηνής.

Νίκος Ραζής/CNN Greece

Σε μια συνέντευξή σου είπες, τηλεόραση, ότι η γνωριμία σου με τον Τσαφούλια έγινε κάπως περίεργα.

Ευαγγελία Μουμούρη: Είχαμε βρεθεί, ναι, κάπως περίεργα. Από τη μεριά μου, γιατί κι εγώ δεν το κλείνω το στόμα μου γενικώς. Το χιούμορ, κολυμπάω μέσα στο χιούμορ, αλλά συνήθως αυτό γίνεται σε ανθρώπους που γνωριζόμαστε. Τώρα ήμουν με την Άννα Μενενάκου σε μια πρεμιέρα και συζητούσαμε, έρχεται ο Σωτήρης, μου λέει, Άννα, από εδώ ο Σωτήρης, η Ευαγγελία, χαίρω πολύ. Και μου λέει, μου μιλάει στον πληθυντικό και μου λέει, να ξέρετε, είμαι θαυμαστής σας. Και εγώ, έτσι όπως ήμουνα καθισμένη, του λέω, δεν σας αδικώ. Μετά από αυτό, λες, αν είχα μία ευκαιρία να δουλέψω τώρα με τον άνθρωπο, που είχα δει και το Έτερος εγώ, που τον είχα δει στην τηλεόραση, να μιλάει τόσο ωραία κτλ, την είχα μόνη μου αφαιρέσει, την είχα διώξει, την είχα κλωτσήσει, θα έλεγα. Μετά πήγα στο σπίτι μου το βράδυ και έλεγα, πω πω, τι είπα τώρα στον άνθρωπο, θα νομίζει ότι είμαι κανένα ψώνιο και όλα αυτά. Αυτή ήταν η γνωριμία. Τελείωσε όλο αυτό. Δεν τον ξαναείδα ποτέ. Μέχρι εκείνο το μεσημέρι ενός καλοκαιριού, που με πήρε τηλέφωνο και μου λέει, γεια σου, είμαι ο Σωτήρης Τσαφούλιας. Λέω από μέσα μου, έλα, εντάξει τώρα ποιος είναι, κάποιος μου κάνει πλάκα. Και τελείωσε. Μου είπε μέσα σε πέντε λεπτά όλη την ιστορία του Ριφιφί. Όλη την ιστορία του. Δηλαδή, πώς το κάνει αυτό. Ακόμα απορώ. Ακόμα απορώ. Δηλαδή, τον βλέπω να τρέχει το μυαλό του. Και εγώ κάθομαι απ' έξω και παρακολουθώ. Σε πέντε λεπτά μου τα είπε όλα. Και μετά μου λέει, λοιπόν, εγώ κλείνω. Κράτα το τηλέφωνο μου. Και εγώ του λέω επίσης με αυτό το καταπληκτικό χιούμορ που με διακατέχει. Εντάξει, θα σε πάρω τηλέφωνο να δω αν όντως είσαι ο Τσαφούλιας. Γιατί εγώ άκουγα όλα αυτά που μου λέγε. Αλλά δεν ήμουν και πολύ σίγουρη. Νομίζω δεν ήταν κανένας φίλος μου που με κορόιδευε. Τελικά ήταν ο Τσαφούλιας.

images-9.jpg

Πιστεύεις ότι το επάγγελμα του ηθοποιού, μέσα σε όλα αυτά που έχει περάσει στην Ελλάδα, έχει γίνει ευκολότερο για τους νέους ή δυσκολότερο;

Ευαγγελία Μουμούρη: Διαφορετικό, θα έλεγα. Είναι εύκολο σε κάποιο σημείο και σε κάποιο άλλο είναι δύσκολο. Δηλαδή, συγκρίνοντάς το με τις παλιότερες δεκαετίες που είχα ξεκινήσει εγώ, δεν μπορούσαμε να διανοηθούμε ότι εμείς θα κάναμε ομάδες και θα παίζουμε και όλα αυτά. Υπήρχαν χώροι, υπήρχαν θέατρα, παραγωγή, υπήρχαν ΔΗΠΕΘΕ, υπήρχαν κρατικές σκηνές όπου δέχονταν τους νέους και μπορούσες να μάθεις θέατρο μέσα εκεί. Βεβαίως, νιώθω ότι η δική μας γενιά περίμενε να την επιλέξει κάποιος. Ελάχιστοι άνθρωποι προχωρούσαν, έβγαιναν μπροστά. Τώρα που τα παιδιά βλέπουν ότι υπάρχει μια δυσκολία και να μπορέσουν να επιβιώσουν στο επάγγελμά τους και να μπορέσουν να δημιουργήσουν κάτι, τι κάνουν, παίρνουν τη ζωή στα χέρια τους. Είναι με λιγότερο φόβο από ότι εμείς, δεν ξέρω αν ήταν ακριβώς φόβος, ήταν ένας σεβασμός στους μεγαλύτερους, όπου μπορεί να έχει και φόβο μέσα. Δηλαδή, εγώ δεν θα μπορούσα να διανοηθώ, να πω στον Κώστα τον Τζιάνο, «Κάτσε τώρα, τι είναι αυτά που λες» σε κάτι που δεν μ' άρεσε. Το νέο παιδί τώρα θα το πει και μπορεί να έχει και δίκιο. Αλλάζουν τα πράγματα. Νομίζω είναι δυσκολότερο να μπορέσουν να βρουν τα πατήματά τους, αλλά είναι ευκολότερο όταν πάρουν την απόφαση. Γιατί βλέπουμε ότι πολλοί άνθρωποι που παρακολουθούν θέατρο, πηγαίνουν στις ομάδες, στις νεανικές, και βλέπουμε ότι δημιουργούν και ρεύμα. Γιατί το θέατρο παλιώνει εύκολα, η αλήθεια βεβαίως μένει ίδια.

Σε ενοχλεί το γεγονός ότι μπορεί να έρθει κάποιος στον δρόμο σε μια πολύ ιδιωτική στιγμή και να σου πει τι κάνεις, σε είδα στην τηλεόραση, πόσο μ' αρέσεις κλπ. Σε ενοχλεί η αναγνωρισιμότητα;

Ευαγγελία Μουμούρη: Κοίτα, όλα αυτά τα χρόνια που δουλεύω στην τηλεόραση, οι επιτυχίες που έχω κάνει είναι συνολικές επιτυχίες. Δεν έχω κάνει δική μου τρελή επιτυχία Έχω κάνει επιτυχία σε ρόλους. Κυκλοφορώ και μου λένε «Α, η Ευλόγησον», «Α, η χήρα του Φατσέα». Αλλά υπάρχουν άλλοι που έχουν περάσει χειρότερα. Δηλαδή, ο Σάκης Ρουβάς έχει περάσει χειρότερα από μένα. Οπότε δεν μπορώ να πω... Τι είμαι εγώ μπροστά στον Σάκη Ρουβά που του σκίζουν τα πουκάμισα; Εμένα δεν μου έχει σκίσει κανείς κανένα πουκάμισο. Με πολύ χαρά τα δέχομαι αυτά, γιατί δεν είναι κάτι ενοχλητικό. Χαίρομαι πολύ γιατί αυτό σημαίνει ότι η δουλειά που κάνουμε, που είναι στην πραγματικότητα, μπορεί να είναι ομαδική, αλλά είναι και αρκετά μοναχική. Δηλαδή, εγώ ξυπνάω το πρωί, έξι ώρα, πηγαίνω, κάνω τη δουλειά μου στη τηλεόραση, μετά πηγαίνω στο θέατρο, μπαίνω σε ένα άδειο θέατρο, μπαίνει ο κόσμος, όταν βγαίνω έχει φύγει ο κόσμος, πάλι είναι άδειο το θέατρο. Δεν ξέρω ακριβώς πολλές φορές ποιο είναι το αντίκρισμα αυτής της δουλειάς μου. Όταν λοιπόν έρχονται και νέα παιδιά και πιο μεγάλοι και μου λένε «Σε είδαμε στη τηλεόραση και πω πού τι ωραίο», για μένα είναι πολύ συγκινητικό. Και πόσο περισσότερο τώρα με το Ριφιφί, που βλέπω μία συγκίνηση στα μάτια των ανθρώπων που δεν την είχα δει. Πάντα με βλέπανε και ήταν έξω καρδιά και γελάγανε ότι μας συντροφεύεις ή σε βλέπω στο YouTube, λένε τα παιδιά μου μετά το σχολείο. Τώρα αυτό είναι ένα άλλο κομμάτι, μια άλλη συγκίνηση και μία ένωση με αυτούς τους ανθρώπους, τους θεατές, διαφορετική, την οποία την απολαμβάνω όσο κρατήσει.

moumouri epi skinis

Η Ευαγγελία Μουμούρη μιλάει στο Επί Σκηνής.

Νίκος Ραζής/CNN Greece

Ξέρω ότι κάποια από τα γυρίσματα του «Ριφιφί» έγιναν κάτω από τη γη. Ήταν δύσκολο αυτό το πράγμα. Πώς το βίωσες;

Ευαγγελία Μουμούρη: Εγώ το βίωσα λίγο σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Γιατί ήταν τόσο οργανωμένη η παραγωγή, που δεν χρειαζόταν να ασχοληθώ με κάτι. Δεν χρειαζόταν. Μας τα είχαν εξηγήσει όλα υπέροχα. Υπήρχαν σπηλαιολόγοι παντού. Δεν φοβόσουν. Έχω λίγο κλειστοφοβία. Αλλά επειδή είχε και ο Χρήστος, ο Χατζηπαναγιώτης, δεν το είπα κι εγώ. Οτι δεν λες δεν υπάρχει. Δεν ήταν δύσκολα. Ήταν οι συνθήκες αρκετά δύσκολες. Όμως την πραγματικότητα για μένα, το ζούσα 100% οπότε δεν είχε περιθώριο για κούραση, ούτε για αγωνία, άγχος, φόβο.

Από τους πολλούς ανθρώπους και την τηλεόραση, στη σκηνή, να κάνεις κάτι τόσο προσωπικό όσο ένας μονόλογος. Σε δυσκόλεψε;

Ευαγγελία Μουμούρη: Κοίτα, όλα είναι προσωπικά. Καταρχάς η ζωή μου έτσι είναι. Η ζωή μου είναι η σκηνή, τα γυρίσματα, το σπίτι μου, η οικογένειά μου, οι φίλοι μου. Αλλά αυτό... 30 χρόνια το κάνω, δεν το ξεχωρίζω. Απλώς συναντάς ανθρώπους στο ρόλο που σου δίνεται κάθε φορά. Ψάχνεις να βρεις ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και στην πραγματικότητα ποιος είσαι εσύ μέσα από την αφορμή αυτή του ρόλου. Στο «Μία κανονική μέρα» είναι μία γυναίκα η οποία έχει χάσει τον άντρα της. Έχει αυτοκτονήσει. Δεν έχει πεθάνει μόνος του. Έχει αυτοκτονήσει. Εγώ κάνω μία κατάδυση στον εαυτό μου για πράγματα τα οποία έχω χάσει. Που μπορεί να μην είναι ο άνθρωπός μου αλλά μπορεί να είναι ένα όνειρο που έχει φύγει από τη ζωή μου. Μία ιδέα, μία σύμβαση κοινωνική γιατί δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτή τη ζωή. Χάνεις φιλίες. Θέλω να πω ότι ο κάθε άνθρωπος που θα δει την παράσταση θα δει ένα κομμάτι του εαυτού του. Γιατί όλοι μας θεωρούμε ότι ζούμε κανονικά και όλοι μας όταν χάνουμε αυτό είναι σαν να μας ξεριζώνουν λίγο κάτι από εδώ, από την ψυχή μας ξεριζώνεται και πάλι πρέπει να συστηθούμε από την αρχή. Αρκετές γυναίκες μου έχουν στείλει στο Instagram ότι είδαν το δελτίο τύπου και μία από αυτές μου είχε πει ότι ο άντρας μου έφυγε από το σπίτι με το σκύλο και δεν γύρισε. Και δεν είχε πάει για τσιγάρα, που λέμε. Δεν γύρισε και μου είπε ότι μία η ώρα ήμουν μία, μιάμιση η ώρα ήμουν άλλη. Και είναι ακριβώς αυτό που λέει το έργο μας. Δηλαδή, ο άλλος τέσσερις παρά τέταρτο βρίσκει μία ελάχιστη χαραμάδα χρόνου για να πάει να αυτοκτονήσει. Τέσσερις παρά τέταρτο. Οπότε, ο θυμός, γιατί δεν είναι μόνο η θλίψη που έφυγε ο άντρας. Ο θυμός, θυμώνεις, γιατί είχαμε πει θα κάνουμε μαζί τα παιδιά, θα είμαστε μαζί για τα παιδιά. Πώς πας εσύ και φεύγεις τώρα. Πώς πας και φεύγεις. Δηλαδή, παίρνεις όλα τα στάδια του πένθους περνάνε από εκεί, βεβαίως με πάρα πολύ χιούμορ γιατί στη ζωή μας τα έχουμε όλα. Και βεβαίως και ο Σωτήρης και εγώ δεν θέλουμε να γίνει μια παράσταση που θα θρηνούμε και θα είναι πένθιμο εμβατήριο. Παλεύουμε για να γίνει μια αλήθεια. Ας πούμε, εγώ τώρα θα σου πω κάτι προσωπικό. Πριν από λίγες εβδομάδες πέθανε ένας φίλος μου από το πανεπιστήμιο στον Όλυμπο και πηγαίνουμε στην κηδεία. Πήγαμε στην κηδεία, μετά βρεθήκαμε στο τραπέζι και ήμασταν όλοι μαζί, οι συμφοιτητές και η γυναίκα του. Και κάποια στιγμή κοιτούσα τον άλλον και γέλαγε, έλεγα να τον έχει ξεχάσει το Λουκά. Κοιτούσα τον άλλον ενώ τρώγαμε. Έλεγα, ναι, ναι, τώρα τον έχουν ξεχάσει το Λουκά. Ενώ αυτό είναι δικό μου, ξέρεις. Έλεγα, θα τον θυμόμαστε το Λουκά. Και όταν ρώτησα τη γυναίκα του, τι νιώθεις τώρα. Μου λέει, με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, μου λέει, τι να σου πω. Έχω θυμό. Έχω θυμό. Και μου το είπε με ένα χαμόγελο. Ούτε με δάκρυα, ούτε τίποτα. Γιατί αυτή η γυναίκα οφείλει να συνεχίσει. Γιατί έχει ένα παιδί. Και αναρωτιόμαστε κι εμείς, πώς θα τον δούμε ξανά το φίλο μας. Θα κάνουμε ένα πάρτι. Θα κάνουμε πάρτι στη γυναίκα του. Θα συζητάμε για αυτόν. Όμως εμείς θα φύγουμε. Η γυναίκα αυτή με το παιδί θα είναι... θα κλείσει η πόρτα και θα είναι μόνοι τους. Οπότε αυτά όλα γράφει η Κατερίνα, και εμείς θέλουμε να κρατήσουμε μία ισορροπία ανάμεσα στο θυμό, ανάμεσα στη συνειδητοποίηση ότι τώρα είμαι μόνη με τα παιδιά μου και ανάμεσα στη χαρά ότι προχωράμε και κάνουμε μαζί πράγματα. Δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, αλλά είμαστε σε πολύ καλό δρόμο. Και αυτό που μου κάνει πάντα εντύπωση σε σχέση με τον Σωτήρη Τσαφούλια είναι το πόσο μεγάλη ανοιχτωσιά έχει. Δηλαδή, δεν λέμε πολλά, αλλά νιώθω ότι με εμπιστεύεται και τον εμπιστεύομαι και ότι ό,τι γίνει θα είναι το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε. Μπορεί να υπάρχουν άλλα καλύτερα, αλλά εμείς μπορούμε να κάνουμε το καλύτερο και αυτό το καλύτερο μας θα είναι εκεί. Και για μένα αυτό είναι σημαντικό και στο Ριφιφί και τώρα. Και η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελα να τον αφήσω. Δηλαδή, έλεγα αφού μπόρεσα να παίξω τόσο ωραία και να αφηγηθούμε όλοι μαζί μια ιστορία. Τώρα τι θα γίνει. Πρέπει να αφηγηθούμε και μια άλλη ιστορία, κατάλαβες.