«Εγώ πήρα τη σημαία μας»: Ο βατραχάνθρωπος των Ιμίων διηγείται

Ο Κωνσταντίνος Χατζηδάκης, απόστρατος αξιωματικόw βατραχανθρώπων (ΟΥΚ) του Λιμενικού Σώματος ε.α  με τη σημαία των Ιμίων στο σπίτι του

Προσωπικό αρχείο Κωνσταντίνου Χατζηδάκη
ΕΛΛΑΔΑ

«Εγώ πήρα τη σημαία μας»: Ο βατραχάνθρωπος των Ιμίων διηγείται

Τριάντα χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων, η μνήμη δεν έχει καταλαγιάσει. Αντίθετα, παραμένει ζωντανή, αιχμηρή και επώδυνη ως υπενθύμιση μιας ανοιχτής πληγής που συνεχίζει να καθορίζει την ελληνική εξωτερική πολιτική, τη στρατηγική σκέψη και κυρίως το συλλογικό φρόνημα.

Η κρίση κορυφώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 31ης Ιανουαρίου 1996, φέρνοντας Ελλάδα και Τουρκία στα πρόθυρα ένοπλης σύγκρουσης. Έκτοτε, τα Ίμια έγιναν συνώνυμο όχι μόνο μιας γεωπολιτικής αναμέτρησης, αλλά και αμφισβήτησης κυριαρχίας.

Η μαρτυρία του απόστρατου αξιωματικού βατραχανθρώπων (ΟΥΚ) του Λιμενικού Σώματος ε.α. Κωνσταντίνου Χατζηδάκη στο CNN Greece έρχεται να φωτίσει μια καθοριστική σελίδα της ιστορίας, την επιχείρηση της 17ης Απριλίου 1996, όταν, υπό την απειλή τουρκικών όπλων και ελικοπτέρων, πήρε την ελληνική σημαία από τα Ίμια για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.

do not use
Προσωπικό αρχείο Κωνσταντίνου Χατζηδάκη

«Να γιορτάσουμε τι; Την προδοσία;»

30 χρόνια μετά η απάντησή του είναι ωμή, χωρίς περιστροφές: «Να γιορτάσουμε την επέτειο της προδοσίας δηλαδή; Γιατί εγώ το εκφράζω σαν μια θλιβερή επέτειο επαναλαμβανόμενης προδοσίας».

Για τον ίδιο, τα Ίμια δεν αποτελούν απλώς ένα ιστορικό γεγονός, αλλά την απαρχή μιας «μακράς αλυσίδας υποχωρήσεων και γκρίζων ζωνών που έκτοτε άνοιξαν την όρεξη της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο με τις διαχρονικές κυβερνήσεις από τότε μέχρι τώρα».

do not use
Προσωπικό αρχείο Κωνσταντίνου Χατζηδάκη

Δεν περιορίζει την ευθύνη μόνο σε πολιτικό επίπεδο. Αντίθετα, μιλά για διαμοιρασμένη ευθύνη, πολιτική και στρατιωτική, επισημαίνοντας κρίσιμες παραλείψεις στον σχεδιασμό και την εκτέλεση της επιχείρησης.

«Το να στήσεις όλο το στράτευμα σε μία επιχείρηση τέτοιας λεπτής διαχείρισης, είναι δουλειά του αρχιστράτηγου, του αντιναύαρχου τότε. Και λέμε για το όνομα Λυμπέρη, ο οποίος δεν ξέρω για ποια παράλειψη, για ποια σκοπιμότητα ή για ποια αμέλεια, την οποία όμως από τότε μέχρι τώρα πληρώνει ο ελληνικός λαός και το έθνος μας. Παράλειψε να επανδρώσει την άλλη Ίμια με μια αντίστοιχη ομάδα βατραχανθρώπων που υπήρχε στην ανατολική Ίμια».

do not use
Προσωπικό αρχείο Κωνσταντίνου Χατζηδάκη

Για το αν έπρεπε να υπάρξει διαφορετική αντίδραση, η απάντηση του είναι κατηγορηματική. Μιλά για αμέλεια και ευθύνες που ουδέποτε αποδόθηκαν. «Τον θρήνο τον βιώνουμε εμείς οι συντελεστές και οι πρωταγωνιστές και όλος ο ελληνικός λαός κατ΄ επέκταση», τονίζει χαρακτηριστικά.

Θυμίζει ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις βρίσκονταν σε επιφυλακή ημέρες πριν τη νύχτα των Ιμίων, ότι η κρισιμότητα ήταν γνωστή και ότι τα μέτρα, κατά την άποψή του, ήταν ελλιπή. Η πολιτική ηγεσία, όπως λέει, στάθηκε φοβική και άτολμη στην παρούσα φάση, ίσως βρέθηκε και προ εκπλήξεων.

do not use
Προσωπικό αρχείο Κωνσταντίνου Χατζηδάκη

«Ο Κώστας Σημίτης ότι είχε αναλάβει την προεδρία του κόμματος και της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, μη μπορώντας να έχει αντανακλαστικά, έβαλε τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ τον ναύαρχο Χ. Λυμπέρη να σχεδιάσει όλη αυτή την επιχείρηση. Το Υπουργείο ήταν αρμόδιο με τους επιτελείς εκεί να σχεδιαστεί η επιχείρηση για ένα ενδεχόμενο θερμό επεισόδιο». Αναφέρεται στην περίφημη φράση από τον Κώστα Σημίτη «ευχαριστούμε τους Αμερικανούς» που λειτούργησε ως σφραγίδα μιας επιλογής αποφυγής σύγκρουσης με κάθε κόστος. «Φοβόταν να συγκρουστεί ή να κάνουμε μία επιχείρηση ανακατάληψης της βραχονησίδας που συνεπάγεται εχθροπραξία συνεπώς μπαίνουμε σε επιχειρήσεις και πόλεμο», προσθέτει.

whatsapp-image-2026-01-13-at-173622-3.jpg
Προσωπικό αρχείο Κωνσταντίνου Χατζηδάκη

Για τον ίδιο, από τη στιγμή που ελληνικό έδαφος τίθεται υπό αμφισβήτηση ή καταλαμβάνεται από ξένες δυνάμεις, το δίλημμα είναι ή υπερασπίζεσαι την κυριαρχία σου «ή κάνεις το ''παγόνι'', τη γνωστή τακτική της Ελλάδος τα τελευταία χρόνια, αρχομένης από τα Ίμια και μετά. Λόγου χάρη το καλώδιο πρόσφατα στην Κάσο, τις υποχωρήσεις που κάνει ήδη η κυβέρνηση τώρα με μειοδοσίες στο Αιγαίο και κάνοντας κάποια μνημόνια συνεργασίας όπως τα περίφημα μνημόνια των Αθηνών το 2023 για ''ήρεμα νερά''».

Η Τουρκία, όπως επισημαίνει, «δεν θέλει διάλογο». Καταλαβαίνει μόνο μία γλώσσα, τη γλώσσα της ισχύος. «Αν καταλάβει ότι είσαι χλιαρός, ο Τούρκος δεν θέλει μόνο αυτά που διεκδικεί, θέλει να τα πάρει όλα. Αυτό δεν έχουν καταλάβει οι Έλληνες, και η πολιτική και η στρατιωτική ηγεσία και δεν ξέρω γιατί είναι υποτακτικοί στο να κάθονται και να δέχονται όλο αυτό που λέγεται αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδος», καταλήγει.

17 Απριλίου 1996: Το δεύτερο επεισόδιο

Μετά τη νύχτα των Ιμίων, η περιοχή είχε μετατραπεί σε μια άτυπη «γκρίζα ζώνη». Χωρίς σημαίες, χωρίς στρατιωτική παρουσία. Ένα εύθραυστο status quo, που έμελλε να διαταραχθεί ξανά.

do not use
Προσωπικό αρχείο Κωνσταντίνου Χατζηδάκη

Στις 17 Απριλίου 1996, μια ελληνοαμερικανική ένωση -όπως αφηγείται ο απόστρατος αξιωματικός βατραχανθρώπων, ανέβηκε στα Ίμια για να αποτίσει φόρο τιμής στους πεσόντες, τοποθετώντας ελληνική σημαία και στεφάνι. Η πράξη αυτή λειτούργησε ως πυροκροτητής. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, ο τουρκικός στόλος, αεροσκάφη και ελικόπτερα κατευθύνονταν προς την περιοχή.

Το Υπουργείο σήμανε συναγερμό. Η πρώτη εντολή όπως αναφέρει στο CNN Greece, ήταν να διαπιστωθεί τι συμβαίνει. Με ένα φουσκωτό, ο Κωνσταντίνος Χατζηδάκης ως επικεφαλής και ένας συνάδελφός του που ήταν ο χειριστής, κατευθύνθηκαν προς τα Ίμια.

«Επί της ουσίας είχε ξεκινήσει ένα δεύτερο θερμό επεισόδιο, το οποίο ήθελε να βάλει την ταφόπλακα στο ότι οι Έλληνες είχαν «παραβιάσει» τη συμφωνία και ότι προκάλεσαν εκ νέου με την ελληνική σημαία σε ένα έδαφος που είχε χαρακτηριστεί «Γκρίζα Ζώνη».

do not use
Προσωπικό αρχείο Κωνσταντίνου Χατζηδάκη


Ο Κωνσταντίνος Χατζηδάκης ανέλαβε να αποβιβαστεί και να πάρει την ελληνική σημαία πριν το κάνουν οι Τούρκοι.

Με πλήρη οπλισμό, παρά τη συμφωνία που απαγόρευε στρατιωτική παρουσία, βγήκε στη βραχονησίδα, την ώρα που τουρκικό ελικόπτερο ίπτατο όπως περιγράφει μόλις δέκα μέτρα πάνω από το κεφάλι του, έτοιμο να αποβιβάσει κομάντο.

Όλα αυτά εκτυλίχθηκαν με τεράστια ψυχική φόρτιση και «με τη βαριά ευθύνη να προστατεύσεις το σύμβολό σου», τονίζει. Το ενδεχόμενο να πέσει στα χέρια των Τούρκων ήταν υπαρκτό όπως περιγράφει. Τη στιγμή που το φουσκωτό πλησίασε τα Ίμια, δέχθηκε κατά μέτωπο επίθεση από τουρκικά πολεμικά πλοία και ακταιωρούς. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, όπως αναφέρει, ήταν ότι είχε τεθεί σε κίνηση σχεδόν ο μισός τουρκικός στόλος, γεγονός που σήμανε άμεσο συναγερμό και αποκάλυπτε τη σοβαρότητα της κατάστασης.

do not use
Προσωπικό αρχείο Κωνσταντίνου Χατζηδάκη


Ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα. «Από τη στιγμή που είχε σηκωθεί τουρκικό ελικόπτερο και ήθελε να αποβιβάσει ανθρώπους να πάρουν τη σημαία έπρεπε εμείς να κινηθούμε πολύ πιο γρήγορα. Με διάφορους ελιγμούς φτάνουμε εκεί, είχε κάπως φουσκοθαλασσιά. Λέμε «πρέπει τώρα να εκτελεστεί η εντολή». Βγαίνω εγώ με πλήρη οπλισμό. Η συμφωνία είχε παραβιαστεί θα ισχυρίζονταν οι Τούρκοι, με ελληνική σημαία στην βραχονησίδα και με στρατιωτική παρουσία οπλισμένου Έλληνα βατραχανθρώπου, που ήμουν εγώ στην παρούσα φάση, γι' αυτό έπρεπε να αποφευχθεί. Σίγουρα, αυτό ήταν μέλι στο ψωμί τους, οι οποίοι έκαναν τα πάντα για να πάρουν τη σημαία ή να βυθίσουν το φουσκωτό για να μην υπάρξει αντίδραση».

Τη στιγμή που αποβιβάστηκε, όπως περιγράφει στο CNN Greece άρχισε να τρέχει με όση δύναμη είχε. Πίσω του ίπτατο χαμηλά το τουρκικό ελικόπτερο, με τον κίνδυνο να κατεβάσει κομάντο και να αφαιρεθεί η σημαία να είναι άμεσος. Χωρίς να σταματήσει, έσπευσε προς το σημείο, πρόλαβε να την ακουμπήσει και να την πιάσει. Από εκείνη τη στιγμή ήταν βέβαιος πως, ό,τι κι αν ακολουθούσε μετά, δεν τον φόβιζε πια. Η αδρεναλίνη είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της και η ένταση της στιγμής κάλυπτε τα πάντα.

do not use
Προσωπικό αρχείο Κωνσταντίνου Χατζηδάκη


Αυτό που αντίκρισε ήταν ένα στεφάνι μια σημαία παρατημένη με πέτρες κάτω στο έδαφος. «Κάτι που δεν αρμόζει στο σύμβολο όπως ξέρουμε. Άρα, και αυτοί που θέλησαν «να αποτίσουν φόρο τιμής» δεν είχαν ούτε την ευθιξία να πουν ότι η σημαία στέκει σε ιστό», υπογραμμίζει.

«Όταν την έπιασα τη σημαία, ήμουν σίγουρος πως ό,τι κι αν συνέβαινε μετά, δεν με πείραζε», λέει. Για εκείνον, εκείνη τη στιγμή, η αποστολή είχε ολοκληρωθεί.

Εκείνη τη στιγμή όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, αποφασίζει να γυρίσει κατάματα και να αντικρίσει το τουρκικό ελικόπτερο. Η πόρτα του ήταν ανοιχτή, διακρινόταν καθαρά ο πολυβολητής και δίπλα του ένας κάμεραμαν. Δεν γνώριζε ποιες εντολές είχαν λάβει ούτε ποιες ήταν οι προθέσεις τους. Γνώριζε, λέει, μόνο πως, ακόμη κι αν σκοτωνόταν εκείνη τη στιγμή, θα μπορούσαν εύκολα να διαμορφώσουν το αφήγημα: «Δεν είχαμε πει να μην ανέβει Έλληνας εκεί πάνω; Γιατί ανέβηκε;» ή «μας προκάλεσε, σήκωσε όπλο και εμείς, αμυνόμενοι, ανοίξαμε πυρ».

Κι όμως, μέσα στην ένταση και την αδρεναλίνη, τέτοιες σκέψεις δεν κυριαρχούν «σε έναν άνθρωπο που έχει εκπαιδευτεί και γαλουχηθεί με αυτό που, όπως πιστεύει, σήμερα λείπει από την Ελλάδα: τη φιλοπατρία. Το να είσαι Έλληνας δεν είναι απλώς καταγωγή, αλλά τιμή και τίτλος, μια ευλογία», αναφέρει. Ο φόβος υπήρχε, ποτέ δεν ισχυρίστηκε πως ήταν άτρωτος. «Όταν όμως υπερισχύει το φρόνημα και όσα έχεις υπηρετήσει και αγαπήσει βαθιά το έθνος, τη σημαία, τα σύμβολά σου» τότε όλα τα άλλα περνούν σε δεύτερη μοίρα.

«Την κυμάτισα στο ελικόπτερο και εκείνη τη στιγμή ως διά μαγείας και ο πολυβολητής και ο κάμεραμαν είχαν μία έκφραση στο πρόσωπο τους μισούς, θα έλεγα. Γιατί όταν λέω το ελικόπτερο ίπταται μιλάω για 10 μέτρα πάνω απ’ το κεφάλι μου», σημειώνει.
Η οπτική επαφή είναι άμεση και απόλυτα καθαρή. Και τότε, ξαφνικά, όπως περιγράφει το ελικόπτερο κάνει μια απότομη δεξιά στροφή και αποχωρεί.

«Εγώ λοιπόν έχοντας υπόψιν ότι φεύγει το ελικόπτερο και δεν υπάρχει περαιτέρω εμπλοκή κατηφορίζω στο φουσκωτό το οποίο εκείνη τη στιγμή είδε την κατάσταση και ερχόταν να με περισυλλέξει με ό,τι συνεπάγεται και στον θαλάσσιο χώρο που το φουσκωτό έκανε λυγμούς για να αποφύγει τον εμβολισμό από τα τουρκικά». Λίγα λεπτά αργότερα, καθώς κατευθυνόταν προς το φουσκωτό, ένα τουρκικό F-16 πέρασε πάνω από το κεφάλι του, σπάζοντας το φράγμα του ήχου. Και τα δύο τύμπανά του όπως τονίζει, έσπασαν. Έπεσε στο έδαφος, ανίκανος να σταθεί.

«Ο συνάδελφος νόμιζε ότι βλήθηκα και δεν ήξερε τι να κάνει. Να φύγει η να κάτσει; Είχα αστάθεια. Δεν μπορούσα να σταθώ. Αν σου σπάσουν τα τύμπανα δεν μπορείς να σταθείς. Άρχισα έρποντας και προσπαθούσα να κατέβω. Βλέποντας την κίνηση, θεώρησε ότι ήμουν ζωντανός. Έκανε την υπέρβαση ήρθε και έδωσε μία στο φουσκωτό». Έρποντας, με τη σημαία στα χέρια, κατάφερε να επιβιβαστεί στο σκάφος. Η επιχείρηση έλαβε τέλος.

«Ήμουν περήφανος που ως ο τελευταίος βατραχανθρώπος που ανέβηκε στα Ίμια, διαφύλαξα το ιερό σύμβολό μας, τη σημαία, για να μην μας την κουνούσαν επιδεικτικά οι Τούρκοι. Ήταν μια αποστολή θα έλεγα "μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα"», επισημαίνει. Γύρω από τη βραχονησίδα υπήρχε αποκλειστικά τουρκική παρουσία, υπογραμμίζει. Η ελληνική πλευρά είχε περιοριστεί διακριτικά, με τη φρεγάτα «Ναυαρίνος» να βρίσκεται σε μεγαλύτερη απόσταση, λειτουργώντας ως το επιχειρησιακό κέντρο των ελληνικών δυνάμεων. «Οι ελληνικές δυνάμεις πιάστηκαν προ εκπλήξεως, θα έλεγα. Γιατί αυτό το περιστατικό, μπορεί να είχε συμφωνηθεί, μπορεί να είχαν πάρει άδεια. Δεν είχαν όμως οριστικοποιηθεί οι ενέργειες και σε τι κίνδυνο θα έμπαινε η εξωτερική πολιτική, η διπλωματία».

Ήταν σαφές, όπως δηλώνει, ότι οι άνθρωποι της ελληνοαμερικανικής ένωσης δεν ήταν «απλοί πολίτες». «Δεν μπορεί ένας ... κυριούλης, το λέω έτσι χαριτολογώντας, να πηδήξει και να κάνει επιχείρηση στα Ίμια με τίτλο «τρισάγιο» δυο μήνες μετά από ένα θερμό επεισόδιο με την περιοχή να έχει φύλαξη από ελληνικές και τουρκικές δυνάμεις», προσθέτει.

Η επόμενη ημέρα

Την επόμενη ημέρα, του ειπώθηκε πως είχε προταθεί για μετάλλιο ανδρείας. Το μετάλλιο δεν ήρθε ποτέ. Αντίθετα, σημειώνει ότι ακολούθησε μια προσπάθεια υποβάθμισης και διάψευσης του περιστατικού.

«Ήρθε ένα κουκούλωμα γιατί την άλλη μέρα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ο κ. Ρέππας τότε από ότι θυμάμαι, είχε βγει και προσπάθησε να διαψεύσει το γεγονός ότι είχε αποφευχθεί μια δεύτερη νύχτα Ιμίων στην περιοχή. Ήρθε σε σύγκρουση με όλα τα δελτία Tύπου που είχαν ανακοινωθεί και τις εφημερίδες. Μετά από το γεγονός αυτό υπήρχαν αερομαχίες στην περιοχή αυτή και δεν μπορούσε όλο αυτό να αποκρυφθεί. Έτσι η κυβέρνηση για άλλη μία φορά έμεινε εκτεθειμένη», συμπληρώνει.

Ευτυχώς, όπως υπογραμμίζει, κατάφερε να πάρει στα χέρια του το ημερολόγιο γέφυρας, με ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία. Πρόκειται για το πιο επίσημο έγγραφο, το οποίο καταγράφει με ακρίβεια και λεπτομέρεια τις ώρες, την εξέλιξη της επιχείρησης και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν, τόσο από την τουρκική όσο και από την ελληνική πλευρά. «Και έτσι δεν έγινα ένας γραφικός τρελός», καταλήγει.

Όταν κλήθηκε εσπευσμένα στην Αθήνα, βρέθηκε σε μια αίθουσα με ανθρώπους «με κοστούμια», λέει χαρακτηριστικά που δεν ήταν ούτε πολιτικοί, ούτε στρατιωτικοί. «Δεν ήταν ούτε του Υπουργείου Άμυνας, ούτε του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας».Τότε, περιγράφει πώς άκουσε κάτι που δεν μπορούσε να διανοηθεί: εντολή να καταστραφεί η σημαία.

«Είπαν: Κύριε διοικητά μπράβο στον κομάντο. Συγχαρητήρια. Ας ξεχάσουμε το συμβάν και την σημαία κι όλα αυτά δε χρειάζονται πλέον. Πηγαίνετε να κάψετε τα εκεί». Έξω είχε ένα βαρέλι. Στο άκουσμα αυτό εγώ έμεινα αποσβολωμένος», σημειώνει.
Τότε ήταν μόλις ένα παιδί 24 ετών, με φρόνημα, ήθος και βαθιά ελληνορθόδοξη πίστη όπως τονίζει. Όσα άκουγε εκείνη τη στιγμή του φαίνονταν αδιανόητα. Κι όμως, όπως αναφέρει, δόθηκε εντολή να καταστραφεί η σημαία. Από ποιον προήλθε αυτή η εντολή, δεν το έμαθε ποτέ. Στις ερωτήσεις που έθεσε δεν έλαβε καμία απάντηση.
Η σημαία, ωστόσο, δεν κάηκε ποτέ. «Κάναμε μία έτσι ότι θα το κάνουμε αλλά εγώ την έκρυψα στον κόρφο», δηλώνει με περηφάνια.

Η σημαία δεν κάηκε ποτέ. Βρίσκεται μέχρι σήμερα στο σπίτι του με τον ίδιο να υπογραμμίζει «στέκει περήφανη εκεί που της αρμόζει και στις ψυχές όλων των Ελλήνων».

Για τον Κωνσταντίνο Χατζηδάκη, η πράξη του δεν ήταν ηρωισμός. Ήταν καθήκον.
«Αν τυχόν μου έλεγαν ότι εκείνη τη μέρα θα φύγεις εσύ, αλλά το έθνος μας θα συνεχίσει να είναι περήφανο, σας λέω και σου μιλάω εν τιμη θα είχα πει «παρακαλώ να φύγω». Γιατί δεν είμαι εγώ, δεν είναι οι πρόγονοι μας μόνο που αγωνίστηκαν γι’ αυτό το έθνος. Έχουμε ιερή υποχρέωση σε αυτόν τον τόπο, να μην είναι βιλαέτι, ούτε προτεκτοράτο κανενός. Θέλουμε την αξιοπρέπειά μας και θέλουμε αυτό που μας διακρίνει από τους άλλους. Δώσαμε πολιτισμό, δώσαμε αξίες, δώσαμε ορθοδοξία και αυτά απαιτούμε να συνεχιστούν. Αν κάποιοι νομίζουν ότι αυτές τις μέρες είναι γραφικές αναμνήσεις πλανώνται οικτρά, γιατί η ιστορία επαναλαμβάνεται. Μία Ευρώπη ετοιμάζεται για πόλεμο, να μη γίνει ποτέ αυτό, γιατί ο πόλεμος είναι το πιο καταστροφικό πράγμα μπορεί να συμβεί στην ανθρωπότητα. Δυστυχώς όμως τότε όλοι αυτοί με τα άσπρα κολάρα και τις ωραίες πολυθρόνες να δω τι θα έχουν να πουν. Γιατί εμείς και πολύ Έλληνες σαν κι εμένα έχουμε μάθει να αγωνιζόμαστε έχουμε μάθει να επιβιώνουμε και έχουμε μάθει να υπηρετούμε τις αξίες, από αυτές αξίες που μεγαλώσαμε. Και είμαστε υποχρεωμένοι να παραδώσουμε στα παιδιά μας», καταλήγει.