ΕΛΛΑΔΑ

ΕΟΔΥ: Άμεσοι εμβολιασμοί σε παιδιά, Ρομά και υγειονομικούς λόγω έξαρσης ιλαράς και μηνιγγίτιδας

ΕΟΔΥ: Άμεσοι εμβολιασμοί σε παιδιά, Ρομά και υγειονομικούς λόγω έξαρσης ιλαράς και μηνιγγίτιδας
CDC on Unsplash

Παρέμβαση στους επαγγελματίες υγείας, να εμβολιαστούν με το εμβόλιο κατά της ιλαράς πραγματοποιεί τις ημέρες αυτές ο πρόεδρος του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας καθηγητής Χρήστος Χατζηχριστοδούλου, με αφορμή την έξαρση που καταγράφει η νόσος.

Δυστυχώς πολλοί γιατροί και νοσηλευτές, δεν έχουν υλοποιήσει τον εμβολιασμό, κάτι που είναι απόλυτα αναγκαίο, ενώ εξαιρετικά μειωμένη εμβολιαστική κάλυψη, καταγράφεται και στην κοινότητα των Ρομά.

Μάλιστα, σύμφωνα με τον καθηγητή Χατζηχριστοδούλου, τις επόμενες ημέρες ο ΕΟΔΥ- μετά από σχετική καταγραφή που έγινε- ξεκινά επισκέψεις με τους διαμεσολαβητές, στους οικισμούς Ρομά, σε συνεργασία με τους Δήμους, προκειμένου να αρχίσουν το συντομότερο δυνατό οι εμβολιασμοί κατά της ιλαράς. Οι εμβολιασμοί θα γίνουν από τις ΚΟΜΥ – τις Κινητές Μονάδες Υγείας του Οργανισμού και σε συνεργασία με τα κατά τόπους Κέντρα Υγείας.

Ασφαλείς μόνο με δύο δόσεις εμβολίων κατά της ιλαράς

Αξίζει να σημειώσουμε, ότι ο εμβολιασμός κατά της ιλαράς, απαιτεί δύο δόσεις, και η δεύτερη δόση μπορεί να πραγματοποιηθεί μετά από ένα μήνα.

Ο χρόνος επώασης της ιλαράς κυμαίνεται από 7-21 ημέρες (συνήθως 10-12 ημέρες από την έκθεση έως το πρόδρομο στάδιο και 14 ημέρες από την έκθεση έως την εμφάνιση του εξανθήματος).

Η νόσος μεταδίδεται από άτομο σε άτομο αερογενώς, με σταγονίδια και με άμεση επαφή με ρινικές ή φαρυγγικές εκκρίσεις ασθενών. Σπανιότερα, μεταδίδεται μέσω αντικειμένων προσφάτως μολυνθέντων με ρινοφαρυγγικές εκκρίσεις.

Ο ιός της ιλαράς μπορεί να παραμείνει σε μολυσμένες επιφάνειες και στον περιβάλλοντα χώρο (σε σταγονίδια) μέχρι 2 ώρες μετά την αποχώρηση του ασθενούς.

Η ιλαρά παρουσιάζει πολύ υψηλή μεταδοτικότητα με ποσοστό δευτερογενούς προσβολής έως 90% μεταξύ επίνοσων ατόμων (π.χ. ατόμων που δεν έχουν ανοσοποιηθεί).

Όλα τα άτομα που δεν έχουν νοσήσει ή δεν έχουν εμβολιασθεί είναι επίνοσα στην ιλαρά.

Να θυμίσουμε, ότι ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ ανακοίνωσε τη Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024, τη δημιουργία σχετικής Ομάδας Εργασίας, η οποία θα συνεδριάζει κάθε εβδομάδα, για να παρακολουθεί την πορεία της νόσου.

Η Ομάδα Εργασίας, βρίσκεται υπό το συντονισμό της Καθηγήτριας Παιδιατρικής Λοιμωξιολογίας, μέλους της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών (ΕΕΕ) και αναπληρωματικού μέλους ΔΣ ΕΟΔΥ, κυρίας Βασιλικής Παπαευαγγέλου. Στην ομάδα εργασίας συμμετέχουν επίσης, η Καθηγήτρια και Πρόεδρος της ΕΕΕ κυρία Μαρία Θεοδωρίδου, η Πρόεδρος ΔΣ της ΜΚΟ «Υγεία για 'Όλους» κυρία Ελένη Σωτηροπούλου, καθώς και στελέχη του υπουργείου Υγείας και του ΕΟΔΥ.

Η σύσταση της ομάδας εργασίας κρίθηκε σκόπιμη καθώς υπάρχουν αναφορές για έξαρση κρουσμάτων ιλαράς στη Ρουμανία με περισσότερα από 3.000 δηλωθέντα κρούσματα, στη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστρία.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Χατζηχριστοδούλου, η έξαρση της ιλαράς εμφανίζει και πάλι έξαρση μετά το 2017 – 2018 στην Ελλάδα, μετά την αύξηση σε χώρες της Ευρώπης, όπως Ρουμανία, Βρετανία και Αυστρία. Ωστόσο, δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος ανησυχίας, καθησυχάζει ο κ. Χατζηχριστοδούλου, σημειώνοντας ότι οι περιοχές εκείνες που βρίσκονται στο κόκκινο, είναι η Μακεδονία, η Θράκη και η Δυτική Ελλάδα.

Τι συστήνουν οι επισκέπτες υγείας

Από την πλευρά του, ο Πανελλήνιος Σύλλογος Επισκεπτών Υγείας, σε παρέμβασή του την εβδομάδα αυτή, επεσήμανε αναφορικά με τον εμβολιασμό: «H 1η δόση του εμβολίου να γίνεται σε ηλικία 12 μηνών και η 2η δόση σε ηλικία 24–47 μηνών, μπορεί όμως να χορηγηθεί και νωρίτερα, αρκεί να έχουν περάσει 4 εβδομάδες μετά την πρώτη. Και οι δύο δόσεις πρέπει να χορηγούνται μετά το 12ο μήνα ζωής. Παιδιά και έφηβοι που δεν έχουν εμβολιασθεί με 2η δόση πρέπει να αναπληρώσουν το ταχύτερο δυνατόν».

Υποστηρίζουν ακόμη, ότι το εμβόλιο είναι ασφαλές και οι ανεπιθύμητες ενέργειες που μπορεί να εμφανιστούν είναι σπάνιες και ήπιες. Περιλαμβάνουν τοπικό πόνο στο σημείο εμβολιασμού, πυρετό ή/και εξάνθημα (σε ποσοστό 5-10%) που εμφανίζεται περίπου 6 – 10 ημέρες μετά τη χορήγηση της 1ης δόσης».

Ο καθ. Α. Κωνσταντόπουλος για ιλαρά & μηνιγγίτιδα

Αλλά και ο πρόεδρος της Ελληνικής Παιδιατρικής Εταιρείας καθηγητής Παιδιατρικής και επί πολλά έτη πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών Ανδρέας Κωνσταντόπουλος, με τον οποίο επικοινώνησε το CNN GREECE, αναφέρθηκε στην ανάγκη του εμβολιασμού κατά της ιλαράς.

Ο διακεκριμένος καθηγητής, επισημαίνει ότι είναι επιτακτική ανάγκη να εμβολιαστούν όσοι δεν έχουν εμβολιαστεί, ή νοσήσει, φυσικά τα μικρά παιδιά, αλλά ακόμη και άνθρωποι άνω των 65 ετών, οι οποίοι, είτε δεν έχουν εμβολιαστεί, είτε δεν θυμούνται εάν έχουν νοσήσει.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα δημόσιας υγείας με την ιλαρά, σύμφωνα με τον καθηγητή, προκύπτει από τους Ρομά, οι οποίοι είτε δεν εμβολιάζονται, είτε έχουν πραγματοποιήσει μόνο την πρώτη δόση, ωστόσο είναι υποχρεωτικό να γίνουν και οι δύο δόσεις εμβολιασμού.

«Χρειάζεται εντατική ενημέρωση και ει δυνατόν, να ξεκινήσουν και πάλι ενημερωτικές εκστρατείες», σημειώνει ο καθηγητής κ. Κωνσταντόπουλος.

Σε ερώτηση εάν η έξαρση της ιλαράς, του στρεπτόκοκκου αλλά και της μηνιγγίτιδας σηματοδοτεί και μεγαλύτερη κινητικότητα των εμβολιασμών, ο καθηγητής Κωνσταντόπουλος, υποστηρίζει ότι γίνονται εμβολιασμοί, αλλά δεν θα έλεγα ότι καταγράφεται κάποια ιδιαίτερη αύξηση, λόγω της έξαρσης των νοσημάτων αυτών. Το πιο σημαντικό στοιχείο, είναι ότι οι γονείς βρίσκονται σε επαγρύπνηση, με αποτέλεσμα να επισκέπτονται άμεσα το γιατρό, όταν παρατηρούν έναν ξαφνικό υψηλό πυρετό, ή πονόλαιμο, ή καταπόνηση του παιδιού τους.

Αναφορικά με τη μηνιγγίτιδα πάντως, σύμφωνα με τον καθηγητή Κωνσταντόπουλο είναι πλέον η εποχή της και καλό είναι εμβολιαστούν όλα τα νέα παιδιά με το εμβόλιο κατά της μηνιγγίτιδας Β’. Η μηνιγγίτιδα είναι εξαιρετικά μεταδοτική και αφορά κυρίως τις ηλικίες 15 με 25 ετών, ενώ τη συναντούμε σε κολλέγια και πανεπιστήμια. Το μικρόβιο της μηνιγγίτιδας δημιουργεί συμπτώματα όπως υψηλός πυρετός, έντονος πονοκέφαλος και ιδιορρυθμίες στον ασθενή, όπως το λεγόμενο ζαβλάκωμα.

Ο ΕΟΔΥ για τη μηνιγγίτιδα

Σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, ο μηνιγγιτιδόκοκκος, ο πνευμονιόκοκκος και η αιμόφιλος ινφλουέντζα τύπου Β προκαλούν πάνω από το 75% όλων των κρουσμάτων βακτηριακής μηνιγγίτιδας και είναι υπεύθυνοι για το 90% της βακτηριακής μηνιγγίτιδας στα παιδιά.

Στους ενήλικες επικρατεί ο πνευμονιόκοκκος ακολουθούμενος από τον μηνιγγιτιδόκοκκο και έπεται η λιστέρια που εμφανίζει ιδιαίτερα αυξημένη συχνότητα στη νεογνική περίοδο και στους άνω των 50 ετών. Τα λιγότερο συχνά βακτηριακά αίτια όπως ο σταφυλόκοκκος, ο στρεπτόκοκκος ομάδας Β, τα εντεροβακτηριοειδή και η λιστέρια προκαλούν νόσο σε ευαίσθητους πληθυσμούς όπως νεογνά και ανοσοκατασταλμένοι ασθενείς.

Η περίοδος μεταδοτικότητας του μηνιγγιτιδόκοκκου είναι όλη η περίοδος κατά την οποία ανευρίσκεται στο σάλιο και στις ρινοφαρυγγικές εκκρίσεις, έως και 24 ώρες μετά την έναρξη αποτελεσματικής αντιμικροβιακής αγωγής. Η πενικιλλίνη καταστέλλει παροδικά τους μικροοργανισμούς αλλά δεν τους εξαλείφει στις ρινοφαρυγγικές εκκρίσεις. Ο κίνδυνος δευτερογενούς προσβολής υπολογίζεται σε 2-4 περιπτώσεις ανά 1000 μέλη του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος. Αυτός ο κίνδυνος είναι 500-1000 φορές μεγαλύτερος εκείνου του γενικού πληθυσμού.

Ο μηνιγγιτιδόκοκκος προκαλεί τόσο ενδημική νόσο όσο και επιδημίες. Στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική η επίπτωση της μηνιγγοκοκκικής νόσου είναι μεγαλύτερη κατά το χειμώνα και την άνοιξη ενώ στην υποσαχάρια ζώνη της Αφρικής η επίπτωση της νόσου κορυφώνεται κατά την περίοδο ξηρασίας (Δεκέμβριο-Ιούνιο).