ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Θερινές εκπτώσεις: Χαμηλότερος τζίρος από πέρσι για 1 στις 2 εμπόρους της Αθήνας

Θερινές εκπτώσεις: Χαμηλότερος τζίρος από πέρσι για 1 στις 2 εμπόρους της Αθήνας
Eurokinissi

Το 50,4% των εμπόρων της Αθήνας δήλωσε χειρότερο τζίρο σε σύγκριση με το 2022 κατά τη διάρκεια των φετινών θερινών εκπτώσεων που ολοκληρώνονται σήμερα, λιγότεροι από 1 στους 5 (18,3%) δήλωσαν αύξηση τζίρου και 1 στους 3 είδε τα ίδια ταμεία.

Από την έρευνα του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών σε συνεργασία με το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, προκύπτει ότι οι συνθήκες καύσωνα που έπληξαν τη χώρα τις πρώτες εβδομάδες των εκπτώσεων, όπου παραδοσιακά γίνεται ο μεγαλύτερος τζίρος στα καταστήματα, η ακρίβεια των τιμών στα τρόφιμα και το μειωμένο διαθέσιμο εισόδημα, διαμόρφωσε αρνητικό κλίμα στην αγορά.

Τα αποτελέσματα της έρευνας, σύμφωνα με τον ΕΣΑ δείχνουν τουλάχιστον προβληματισμό και αναμονή καθώς η περιρρέουσα διεθνής οικονομική συγκυρία παραμένει ακόμα μη προβλέψιμη. Σε σύγκριση με το 2022, πρέπει να συνυπολογίζεται, σημειώνουν οι συμμετέχοντες στην έρευνα, τον πληθωρισμό και να προσθέσουμε την αύξηση του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων λόγω της ενέργειας και του αυξημένου κόστους δανεισμού.

Η ελπίδα για αλλαγή του κλίματος και η αισιοδοξία για επιστροφή στην ανάπτυξη που καταγράφηκε στη αντίστοιχη έρευνα του Ε.Σ.Α στο τέλος Φεβρουαρίου 2023, όπου περίπου το 60% κατέγραψε προσδοκία για αύξηση των πωλήσεων το επόμενο εξάμηνο, μεταβλήθηκε τώρα σε ανησυχία και προβληματισμό. Οι προσδοκίες δηλαδή είναι πλέον εξίσου διαμοιρασμένες και στα τρία ενδεχόμενα: αύξηση, μείωση ή παραμονή στα ίδια επίπεδα τζίρου, χωρίς να καταγράφεται μια κυρίαρχη τάση στην αγορά.

Σημειώνεται ότι από τα καταστήματα που συμμετείχαν στην έρευνα τουλάχιστον 7 στα 10 διαθέτουν ενεργό ηλεκτρονικό κατάστημα. 6 στους 10 που έχουν ψηφιακές πωλήσεις καλύπτουν με αυτές έως το 10% του συνολικού τους τζίρου.

Η συμβολή του τουρισμού στο κέντρο της Αθήνας

Για πρώτη φορά στην έρευνα του ΕΣΕ καταγράφηκαν ξεχωριστά τα καταστήματα της τουριστικής περιοχής στο κέντρο της Αθήνας.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι στα μισά σημεία πώλησης δεν συμβάλλει ο τουρισμός στον τζίρο τους είτε γιατί δεν δραστηριοποιούνται σε τουριστική περιοχή ή γιατί το προϊόν (π.χ. έπιπλο, στρώμα κ.λπ.) δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ξένων καταναλωτών. Περισσότερα από 1 στα 3 καταστήματα οφείλουν έως το 25% του ταμείου τους στους τουρίστες και οι υπόλοιποι που δηλώνουν άνω του 50% έως και το σύνολο του τζίρου τους στον τουρισμό, δραστηριοποιούνται σε αμιγώς τουριστικές αγορές όπως είναι η Πλάκα κλπ.

Παρόλα αυτά, η ανάλυση των δεδομένων της έρευνας έδειξε ότι στην τουριστική περιοχή, παρά το πολυάριθμο των τουριστών, ο τζίρος όχι μόνο δεν αυξάνεται αναλογικά αλλά δείχνει μεσοσταθμικά πτώση.

Όσον αφορά στο κόστος που επηρεάζει σημαντικά αυτή τη στιγμή τη λειτουργία των επιχειρήσεων, σχεδόν το 40% επισημαίνει τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, αναφερόμενο στην αύξηση του κόστους δανεισμού και την ανεξέλεγκτη χρέωση προμηθειών, στο σύνολο των τραπεζικών συναλλαγών (POS, Επιταγές, Εμβάσματα, κλπ. Στη δεύτερη θέση έρχονται τα κόστη του ενοικίου (19%) και της ενέργειας/μεταφορών (16,8%).

Αναδείχθηκε ακόμα το πρόβλημα των υψηλών απαιτήσεων των ιδιοκτητών, ειδικά στις περιπτώσεις ανανέωσης των μισθωτηρίων. Τέλος, η φορολογία (8%), η μισθοδοσία (8,3%) και το μη μισθολογικό κόστος/εισφορές (5,8%), ακολουθούν, με χαμηλότερη επίπτωση στη λειτουργία των επιχειρήσεων.

Σ. Καφούνης: «Ίσως ήρθε η στιγμή για το καλάθι των τραπεζών»

Με αφορμή τα αποτελέσματα της έρευνας ο πρόεδρος του Ε.Σ.Α Σταύρος Καφούνης δήλωσε:

«Η πραγματική οικονομία -όπως εκφράζεται μέσα από τον ισχυρότερο κλάδο της ελληνικής οικονομίας- δείχνει ότι παρότι τα δύσκολα έχουν μείνει οριστικά πίσω, εντούτοις υπάρχουν αρκετά ακόμη που οφείλουμε να κάνουμε.

Τα αποτελέσματα της εξαμηνιαίας μας έρευνας, που λόγω της εγκυρότητάς της και του τεράστιου δείγματος έχει αποκτήσει πλέον πολύ μεγάλη βαρύτητα, θέτουν τις βάσεις για ένα γόνιμο διάλογο, στηριγμένο σε στοιχεία τα οποία δεν επιδέχονται καμία αμφισβήτηση.

Απρόβλεπτοι παράγοντες που τελικά καραδοκούν, όπως ο παρατεταμένος καύσωνας του Ιουλίου, σε συνδυασμό με το περιορισμένο διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων αλλά και των ξένων καταναλωτών οδήγησαν τις πωλήσεις μικρών, μεσαίων και μεγάλων εμπορικών σημείων σε πτώση για σχεδόν έναν στους δύο εμπόρους.

Η πτώση αυτή, σε συνδυασμό με την αύξηση των λειτουργικών εξόδων όλων των επιχειρήσεων αυξάνει τον προβληματισμό για το μέλλον. Εκφράζεται, δε, στον δείκτη αισιοδοξίας ο οποίος από το 61% που είχε διαμορφωθεί μετά το πέρας των χειμερινών εκπτώσεων έχει μειωθεί σήμερα στο 26%.

Για αυτό και τώρα είναι η στιγμή για δράση, με ισχυρές παρεμβάσεις: στήριξη των εισοδημάτων, ειδικά των ευάλωτων συμπολιτών μας, λελογισμένες αυξήσεις οι οποίες θα τονώσουν το διαθέσιμο εισόδημα με ταυτόχρονη περαιτέρω μείωση φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών που θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, είναι κινήσεις που πρέπει να γίνουν άμεσα.

Στην ερώτηση, όμως, για το ποιος είναι ο σημαντικότερος παράγοντας που επιβαρύνει το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων, πρώτος -με ποσοστό 40%- έρχεται ο τραπεζικός τομέας. Οι τράπεζες, όχι απλώς δεν χρηματοδοτούν, αλλά και όπου αυτό συμβαίνει επιβαρύνει αλόγιστα τους πελάτες, ενισχύοντας έτσι την ασφυξία προς τις επιχειρήσεις.

Επιτέλους, τώρα είναι η στιγμή για να δημιουργήσουμε ίσως το «Καλάθι των Τραπεζών» κατά το παράδειγμα των άλλων καλαθιών, μήπως μπει τελικά ένα φρένο στα υπέρογκα κόστη που βαραίνουν την πραγματική οικονομία και δοθεί μια ανάσα η οποία θα επιτρέψει στην υγιή επιχειρηματικότητα να αναπτυχθεί ισχυρά.

Εμείς θα λάβουμε αμέσως πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση διότι δεν επιτρέπεται συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού, άλλοτε από τα Super Markets και άλλοτε από τις Τράπεζες, να αφαιρούν πολύτιμο οξυγόνο σε μία περίοδο που είναι εφικτό να απογειωθεί η ιδιωτική πρωτοβουλία προς όφελος της οικονομίας και της κοινωνίας».