Στην Ευρωβουλή η έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου για τα ελληνικά Μνημόνια
Πηγή: EPA

Στην Επιτροπή Προϋπολογισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα παρουσιαστεί σήμερα η έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου για τα ελληνικά προγράμματα στήριξης. Την έκθεση αναμένεται να παρουσιάσει ο επικεφαλής της ομάδας που αξιολόγησε τα τρία ελληνικά Μνημόνια, Μπαουντίλιο Τομέ Μουγκουρούθα.

Σημειώνεται πως το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο στην έκθεση του είναι εξαιρετικά επικριτικό για το ρόλο των θεσμών και στα τρία Μνημόνια και υποστηρίζει πως σε όλους τους τομείς πολιτικής, η υλοποίηση βασικών μεταρρυθμίσεων κατέγραψε σημαντική καθυστέρηση ή δεν ήταν αποτελεσματική.

Σύμφωνα με την έκθεση που δημοσιεύτηκε στις 16 Νοεμβρίου και παρουσιάσθηκε την προηγούμενη εβδομάδα στην ελληνική Βουλή κατά τη διαδικασία σχεδιασμού πολλών μεταρρυθμίσεων η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έλαβε συνολικά υπόψη την ικανότητα της Ελλάδας να τις εφαρμόσει και, έτσι, δεν προσάρμοσε ανάλογα την εμβέλεια και τον χρονισμό τους.

Στη σημερινή συνεδρίαση, τους Ευρωβουλευτές αναμένεται να απασχολήσει το ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αμφισβήτησε την εντολή του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου και δεν παρείχε όλη την τεκμηρίωση που χρειαζόταν προκειμένου να φέρει εις πέρας το ελεγκτικό του έργο. Βάρος αναμένεται να πέσει και στις εξελίξεις στον ελληνικό τραπεζικό τομέα.

Είναι ενδεικτικό πως η έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου υπογραμμίζει πως κατά τα τρία προγράμματα στήριξης της Ελλάδος οι ελληνικές τράπεζες έλαβαν 45,4 δισ. ευρώ στήριξη από χρήματα φορολογουμένων, εκ των οποίων λόγω λανθασμένων χειρισμών και αποφάσεων ανακτήσιμα είναι μόλις τα 5,7 δισ. ευρώ!

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο με εξαιρετικά επικριτικό τρόπο σχολιάζει το γεγονός ότι οι όροι του δεύτερου και του τρίτου προγράμματος επέτρεπαν τη χρήση του ΤΧΣ μόνον ως ύστατη πηγή στήριξης των ανακεφαλαιοποιήσεων του 2014 και του 2015. «Αυτό σήμαινε ότι το ΤΧΣ δεν μπορούσε να συμμετάσχει στις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών σε περίπτωση ενδιαφέροντος από ιδιώτες επενδυτές. Επομένως, κατά τη διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης, ασκήθηκαν σημαντικές πιέσεις στις τιμές των μετοχών, με αποτέλεσμα τη σημαντική ποσοστιαία απομείωση της συμμετοχής του ΤΧΣ, το οποίο ήταν ήδη πλειοψηφικός μέτοχος των τραπεζών μετά την ανακεφαλαιοποίηση του 2013», αναφέρει η έκθεση.

Στην ίδια βάση τονίζεται πως συνολικά, μόνον ένα ελάχιστο μέρος των αναμενόμενων ζημιών θα μπορούσε δυνητικά να ανακτηθεί σε βάθος χρόνου από πιθανή αύξηση της τιμής των μετοχών των συστημικών τραπεζών, και τα περισσότερα κεφάλαια του προγράμματος για τις εγχώριες τράπεζες αναμένεται να παραμείνουν μέρος του δημόσιου χρέους της Ελλάδας.

Οι συντάκτες της έκθεσης υπογραμμίζουν μεταξύ άλλων πως το πρώτο πρόγραμμα στήριξης της Ελλάδος δεν προβλέφθηκαν όροι για τη βελτίωση της αδύναμης διακυβέρνησης των τραπεζών. Στην βάση αυτή φέρνει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα το γεγονός πως τραπεζίτες που λάμβαναν δάνεια από τις τράπεζες τους με όρους ευνοϊκότερους από εκείνους της αγοράς δεν αντικαταστάθηκαν.

Στην έκθεση τονίζεται πως «αν και η εταιρική διακυβέρνηση των ελληνικών τραπεζών κατά μέσο όρο υστερούσε εξαρχής σημαντικά έναντι εκείνης των ευρωπαϊκών» ούτε στο δεύτερο πρόγραμμα στήριξης της Ελλάδος διασφαλίστηκε επαρκής έλεγχος του ιδιωτικού τους μάνατζμεντ, παρά το ότι οι τέσσερις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν κυρίως με κεφάλαια του προγράμματος μέσω του ΤΧΣ.

«Σε αντίθεση με τη διεθνή πρακτική, οι ιδιοκτησιακές μεταβολές, που οδήγησαν το 2013 στη σχεδόν πλήρη εθνικοποίηση του εγχώριου τραπεζικού κλάδου, δεν συνοδεύθηκαν από αντίστοιχες αλλαγές στα περισσότερα διοικητικά συμβούλια των τραπεζών, Συγκεκριμένα, σε ορισμένες περιπτώσεις, η διοίκηση παρέμεινε στους ιστορικούς μετόχους και το ΤΧΣ δεν είχε δικαίωμα να την αξιολογήσει από άποψη πείρας, φήμης και ανεξαρτησίας», σημειώνεται χαρακτηριστικά στην έκθεση.

Για το ίδιο ζήτημα προστίθεται πως όρος σχετικά με την αξιολόγηση της εταιρικής διακυβέρνησης των τραπεζών περιελήφθη μόλις στο τρίτο πρόγραμμα, με το ΤΧΣ να πρέπει να αξιολογήσει όλα τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των τραπεζών. Ωστόσο, βάσει των σχετικών κριτηρίων, οι υποψήφιοι περιορίζονταν σε εκείνους που είχαν τραπεζική και χρηματοοικονομική πείρα και η η απαίτηση αυτή δεν εναρμονιζόταν πλήρως με τις διεθνείς πρακτικές και τις απαιτήσεις της ΕΕ / του SSM, οι οποίες προάγουν, κατ’ αρχήν, τη διαφοροποιημένη σύνθεση και τη συλλογική γνώση των διοικητικών συμβουλίων.

Διαβάστε επίσης