ΔΝΤ: Πώς θα κερδηθεί ο πόλεμος κατά του κορωνοϊού
Πηγή: EPA/ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η εξασφάλιση της λειτουργίας των βασικών τομέων της οικονομίας, η παροχή επαρκών πόρων για τους ανθρώπους που επλήγησαν από την κρίση και η αποφυγή υπερβολικής αναστάτωσης στην οικονομική δραστηριότητα είναι οι τρεις βασικές στρατηγικές που προτείνει το ΔΝΤ προκειμένου να κερδηθεί ο «πόλεμος» κατά των οικονομικών επιπτώσεων του κορωνοϊού.

Ανάλυση που υπογράφουν τέσσερεις διεθνούς φήμης οικονομολόγοι του ΔΝΤ οι Jeromin Zettelmeyer, Giovanni Dell’Ariccia, Paolo Mauro και Antonio Spilimbergo αναφέρεται στις ομοιότητες της κρίσης του κορωνοϊού με τις συνθήκες πραγματικού πολέμου και επικεντρώνει στις οικονομικές πολιτικές που πρέπει να ακολουθήσουν οι κυβερνήσεις διεθνώς για να επιτευχτεί μια ταχεία και ομαλή ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας.

Σύμφωνα με τους οικονομολόγους του ΔΝΤ, «η πανδημία COVID-19 είναι μια κρίση που δεν ομοιάζει καμία άλλη. Μοιάζει σαν πόλεμος και με πολλούς τρόπους είναι. Οι άνθρωποι πεθαίνουν. Οι επαγγελματίες του ιατρικού τομέα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Όσοι ασχολούνται με τις βασικές υπηρεσίες, τη διανομή τροφίμων, την παράδοση εμπορευμάτων και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας εργάζονται υπερωρίες για να στηρίξουν την προσπάθεια. Και υπάρχουν και οι κρυμμένοι στρατιώτες: εκείνοι που αγωνίζονται κατά της επιδημία αυτοπεριορισμένοι στα σπίτια τους, μη μπορώντας να συνεισφέρουν πλήρως στην παραγωγή».

Όπως τονίζουν οι συντάκτες της ανάλυσης, σε έναν πόλεμο, οι μαζικές δαπάνες σε εξοπλισμό τροφοδοτούν την οικονομική δραστηριότητα και οι ειδικές πρόνοιες εξασφαλίζουν τις βασικές υπηρεσίες. Αν και σε αυτή την κρίση, τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα, υπάρχει ένα κοινό χαρακτηριστικό: ο αυξημένος ρόλος του δημόσιου τομέα.

Τα στελέχη της ΔΝΤ, αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο υπερβολικής απλοποίησης, υποστηρίζουν πως η κατάσταση πρέπει να διακριθεί σε δύο φάσεις:

Φάση 1: Ο πόλεμος. Η επιδημία είναι σε πλήρη εξέλιξη. Για να σωθούν οι ζωές των ανθρώπων, λαμβάνονται μέτρα περιορισμού που μειώνουν σοβαρά την οικονομική δραστηριότητα. Αυτό μπορεί να αναμένεται να διαρκέσει τουλάχιστον ένα ή δύο τρίμηνα.

Φάση 2: Η μεταπολεμική ανάκαμψη. Η επιδημία θα τεθεί υπό έλεγχο με εμβόλια ή φάρμακα και με την μερική ανοσία της αγέλης ή και συνεχιζόμενα αλλά λιγότερο έντονα μέτρα περιορισμού. Με την άρση των περιορισμών, η οικονομία θα επιστρέφει – ίσως διαστακτικά - στην κανονική λειτουργία.

Η επιτυχία του ρυθμού ανάκαμψης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτικές που θα ληφθούν κατά τη διάρκεια της κρίσης. Αν οι πολιτικές διασφαλίσουν ότι οι εργαζόμενοι δεν θα χάσουν τη δουλειά τους, οι ενοικιαστές και οι ιδιοκτήτες ακινήτων δεν χάσουν τα σπίτια τους, ότι οι εταιρείες θα αποφύγουν την πτώχευση και πως θα διατηρηθούν τα δίκτυα των επιχειρήσεων και του εμπορίου, η ανάκαμψη θα έρθει νωρίτερα και πιο ομαλά.

Πρόκειται για μια μεγάλη πρόκληση για τις προηγμένες οικονομίες, των οποίων οι κυβερνήσεις μπορούν εύκολα να χρηματοδοτήσουν μια έκτακτη αύξηση των δαπανών, ακόμη και όταν μειώνονται τα έσοδά τους. Η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη για τις χώρες χαμηλού εισοδήματος και τις αναδυόμενες οικονομίες που αντιμετωπίζουν μείωση κεφαλαίων, καθώς στην περίπτωση τους θα απαιτηθούν επιχορηγήσεις και χρηματοδότηση από την παγκόσμια κοινότητα.

Μέτρα πολιτικής εν καιρώ πολέμου

Σε αντίθεση με άλλες οικονομικές κάμψεις, η πτώση της παραγωγής σε αυτή την κρίση δεν καθοδηγείται από τη ζήτηση: αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια των μέτρων περιορισμού της εξάπλωσης του ιού. Επομένως, ο ρόλος της οικονομικής πολιτικής δεν είναι να τονώσει τη συνολική ζήτηση, τουλάχιστον όχι αμέσως. Αντίθετα, η πολιτική έχει τρεις στόχους:

  • Εξασφάλιση της λειτουργίας των βασικών τομέων. Οι πόροι για την ανίχνευση και τη θεραπεία του COVID-19 πρέπει να ενισχυθούν. Πρέπει να διατηρηθεί η τακτική υγειονομική περίθαλψη, η παραγωγή και διανομή τροφίμων, οι βασικές υποδομές και οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Κάτι τέτοιο μπορεί να απαιτήσει παρεμβατικές ενέργειες από μια κυβέρνηση -η παροχή βασικών προμηθειών - μέσω της προσφυγής σε εξουσίες πολέμου, ώστε να δοθεί προτεραιότητα στις δημόσιες συμβάσεις για κρίσιμες εισροές και τελικά αγαθά και μπορεί να οδηγήσει στη αλλαγή δραστηριότητας βιομηχανιών ή σε επιλεκτικές εθνικοποιήσεις. Η έγκαιρη κατάσχεση ιατρικών μασκών από την Γαλλία και η ενεργοποίηση του νόμου περί αμυντικής παραγωγής στις ΗΠΑ για την εξασφάλιση της παραγωγής ιατρικού εξοπλισμού το αποδεικνύουν. Μπορεί επίσης να δικαιολογηθούν οι έλεγχοι επί των τιμών και οι κανόνες κατά της αποθεματοποίησης εάν υπάρχουν καταστάσεις ακραίων ελλείψεων.
  • Παροχή επαρκών πόρων για τους ανθρώπους που επλήγησαν από την κρίση. Τα νοικοκυριά που χάνουν το εισόδημά τους άμεσα ή έμμεσα λόγω των μέτρων περιορισμού θα χρειαστούν κρατική στήριξη. Η στήριξη θα πρέπει να βοηθήσει τους ανθρώπους να παραμείνουν στο σπίτι τους διατηρώντας παράλληλα τη δουλειά τους. Τα επιδόματα ανεργίας πρέπει να επεκταθούν και να παραταθούν. Χρειάζονται μεταβιβάσεις σε χρήμα που θα φθάσουν στους αυτοαπασχολούμενους και σε όσους δεν έχουν εργασία.
  • Να αποφευχθεί η υπερβολική οικονομική αναστάτωση. Οι πολιτικές πρέπει να προστατεύουν τον ιστό των σχέσεων μεταξύ των εργαζομένων και των εργοδοτών, των παραγωγών και των καταναλωτών, των δανειστών και των δανειοληπτών, έτσι ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να επανέλθουν όταν η υγειονομική κρίση υποχωρήσει. Το κλείσιμο επιχειρήσεων θα προκαλούσε απώλεια της οργανωτικής τεχνογνωσίας και τερματισμό παραγωγικών μακροπρόθεσμων έργων. Οι διαταραχές στον χρηματοπιστωτικό τομέα θα ενισχύσουν επίσης την οικονομική δυσπραγία. Οι κυβερνήσεις πρέπει να παρέχουν εξαιρετική στήριξη στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιδοτήσεων μισθών, υπό κατάλληλες συνθήκες.

Όπως αναφέρουν οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ, εχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή μεγάλα προγράμματα δανείων και εγγυήσεων (που βαρύνουν τους φορολογούμενους) και η ΕΕ έχει διευκολύνει τις άμεσες εισφορές κεφαλαίου σε εταιρείες, χαλαρώνοντας τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων. Εάν επιδεινωθεί η κρίση, θα μπορούσε κανείς να φανταστεί την ίδρυση ή την επέκταση μεγάλων κρατικών εταιρειών χαρτοφυλακίου που θα αναλάβουν τις προβληματικές ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως συνέβη στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης.

«Η μεγαλύτερη παρέμβαση του δημόσιου τομέα δικαιολογείται από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, εφόσον εξακολουθούν να υφίστανται εξαιρετικές περιστάσεις, αλλά πρέπει να παρέχεται με διαφανή τρόπο και με σαφείς ρήτρες λήξης ισχύος», αναφέρουν με νόημα.

Στην ίδια βάση τονίζουν πως οι πολιτικές στήριξης των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων και του χρηματοπιστωτικού τομέα θα πρέπει να περιλαμβάνουν ένα συνδυασμό μέτρων ρευστότητας (παροχή πίστωσης, αναβολή χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων) και μέτρων φερεγγυότητας (μεταφορές πραγματικών πόρων).

Κατά τους ίδιους, θα χρειαστεί να υπάρξουν πολλές διευθετήσεις. Εάν οι μεταβιβάσεις ή τα επιδοτούμενα δάνεια χορηγούνται σε μια μεγάλη εταιρεία, θα πρέπει να εξαρτώνται από τη διατήρηση θέσεων εργασίας και τον περιορισμό των αμοιβών του CEO, των μερισμάτων και των επαναγορών μετοχών. Δεδομένου ότι οι πτωχεύσεις θα εξασφάλιζαν ότι οι κάτοχοι μετοχών μοιράζονται ένα μέρος του κόστους, αλλά θα προκαλούσαν σημαντική οικονομική εξάρθρωση, μια ενδιάμεση επιλογή είναι οι κυβερνήσεις να λάβουν μετοχικά μερίδια στις επιχειρήσεις. Όταν η ρευστότητα είναι το πρόβλημα, η πίστωση από την κεντρική τράπεζα (μέσω προγραμμάτων αγοράς περιουσιακών στοιχείων) ή άλλους κυβερνητικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς (μέσω δανείων και εγγυήσεων) έχει αποδειχτεί σε προηγούμενες κρίσεις πως φέρνει αποτελέσματα. Πολλά πρακτικά ζητήματα προκύπτουν επίσης από τον εντοπισμό και την υποστήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων ή των αυτοαπασχολούμενων. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι άμεσες μεταβιβάσεις χρημάτων που βασίζονται στο ιστορικό προηγούμενων πληρωμών φόρων.

 

Κατά τους συντάκτες της ανάλυσης, αυτές οι εγχώριες πολιτικές πρέπει να υποστηριχθούν με τη διατήρηση του διεθνούς εμπορίου και της διεθνούς συνεργασίας, οι οποίες είναι απαραίτητες για την εξάλειψη της πανδημίας και τη μεγιστοποίηση των πιθανοτήτων ταχείας ανάκαμψης. Ο περιορισμός της κίνησης των ανθρώπων είναι απαραίτητος για περιορισμό της κρίσης. Ωστόσο, οι χώρες πρέπει να αντισταθούν στο ένστικτο του τερματισμού του εμπορίου, ειδικά όσον αφορά στα είδη υγειονομικής περίθαλψης και στην ελεύθερη ανταλλαγή επιστημονικών πληροφοριών. 

Από το καταφύγιο σε θέση ανάκαμψης

Οι διεθνούς φήμης οικονομολόγοι του ΔΝΤ οι Jeromin Zettelmeyer, Giovanni Dell’Ariccia, Paolo Mauro και Antonio Spilimbergo σημειώνουν πως η επίτευξη της ανάκαμψης μετά την κρίση  θα έχει προκλήσεις, συμπεριλαμβανομένων των υψηλότερων επιπέδων δημόσιου χρέους, αλλά και του ότι μεγάλοι τομείς της οικονομίας θα περάσουν πιθανότατα υπό κυβερνητικό έλεγχο.

Ωστόσο, επισημαίνουν πως εάν υπάρξει επιτυχία στη φάση 1, στη φάση του πολέμου, θα διασφαλιστεί ότι η οικονομική πολιτική θα μπορεί να επανέλθει ταχύτερα στην κανονική της λειτουργία. Τα δημοσιονομικά μέτρα για την τόνωση της ζήτησης θα γίνουν ολοένα και πιο αποτελεσματικά, καθώς θα επιτραπεί στους περισσότερους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να επιστρέψουν στην εργασία τους.

Τα επιτόκια και ο πληθωρισμός ακόμη και πριν την πανδημία αναμένονταν πως ήταν χαμηλά στις περισσότερες προηγμένες οικονομίες. Η πρόληψη σημαντικών διαταραχών στις αλυσίδες εφοδιασμού θα συμβάλει στο να αποφευχθεί η εμφάνιση πληθωρισμού κατά τη διάρκεια των φάσεων έκτακτης ανάγκης και ανάκαμψης. Εάν τα μέτρα για τη συγκράτηση της εξάπλωσης του ιού είναι επιτυχημένα, η αναγκαία αύξηση του δείκτη δημόσιου χρέους θα είναι αρκετά μεγάλη, αλλά τα επιτόκια και η συνολική ζήτηση ενδέχεται να παραμείνουν χαμηλά στη φάση ανάκαμψης. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα δημοσιονομικά κίνητρα θα είναι κατάλληλα και εξαιρετικά αποτελεσματικά στις περισσότερες προηγμένες οικονομίες. Και αυτό θα διευκολύνει την έξοδο από τα έκτακτα μέτρα που θεσπίστηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Διαβάστε επίσης