Μιχάλης Σαράντης: Η πατρότητα μου δίνει τρομερή δύναμη - Δεν ονειρευόμουν ποτέ να γίνω ηθοποιός
Μιχάλης Σαράντης: Η πατρότητα μου δίνει τρομερή δύναμη - Δεν ονειρευόμουν ποτέ να γίνω ηθοποιός
«Είμαι 40 χρονών, είμαι ορεξάτος. Μ’ αρέσει να δουλεύω, μ’ αρέσει να κάνω παρέα με τη μικρή, μ’ αρέσει να μεγαλώνω τη μικρή μαζί με τον άνθρωπο με τον οποίο έχουμε φτιάξει τη μικρή. Οπότε, είναι μόνο δώρο. Μόνο ως δώρο μπορώ να την εκλάβω την πατρότητα».
Ο Μιχάλης Σαράντης δεν περιγράφει απλώς μια αλλαγή ρόλου, αλλά μια βαθιά μετατόπιση οπτικής. Η πατρότητα, όπως εξηγεί, δεν ήρθε ως ένα ακόμα γεγονός στη ζωή του, αλλά ως μια εμπειρία που «του δίνει τρομερή δύναμη, τρομερή όρεξη για ζωή».
Κι αν η καθημερινότητα εκτός σκηνής απέκτησε νέα βαρύτητα, η σκηνή παραμένει για εκείνον ένας χώρος σχεδόν υπαρξιακής έντασης — «ένας τόπος μετασχηματισμού συναισθημάτων», όπως τη χαρακτηρίζει. «Για δύο ώρες κάθε μέρα, εκεί πάνω, νιώθω ανίκητος. Ενώ δεν είμαι».
Είναι αλήθεια ότι εγώ τη δουλειά την ξεκίνησα κατά λάθος. Κυριολεκτικά. Δεν ονειρευόμουν ποτέ να γίνω ηθοποιός ως παιδάκι. Ένας φίλος μου κάποια στιγμή μου είπε ότι θα γραφτεί σε μια δραματική σχολή, και του είπα «θα έρθω κι εγώ». Δεν ήξερα τι θέλω να κάνω. Δεν ένιωθα πουθενά ότι κουμπώνω. Το θέατρο ένιωθα ότι είναι ένας τόπος και ένα πεδίο τόσο ανοιχτό — όσον αφορά τις γνώσεις, τα διαβάσματα, τις επιρροές — που με καλούσε.
Με αφορμή την παράσταση «Η Κουζίνα», ο ηθοποιός μιλά για ένα έργο που, παρά την ηλικία του, συνομιλεί με το παρόν με εντυπωσιακή ακρίβεια.
«Είναι μία παραβολή της εργασιακής ζούγκλας που βιώνουμε όλοι», σημειώνει, περιγράφοντας έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι «δουλεύουν, αγωνιούν, ονειρεύονται και ματαιώνονται».
Στο επίκεντρο της αφήγησης, ένας ήρωας που παλεύει με τις φιλοδοξίες και τα όριά του· μια συνθήκη που, όπως λέει, «τους φέρνει στα όριά τους». Το θέατρο, άλλωστε, δεν είναι για τον Σαράντη μια απλή καλλιτεχνική έκφραση.
Είναι «ένας μικρόκοσμος, ένα σύμπαν που αφηγείται τη ζωή — πολλές φορές πιο αληθινά από την ίδια τη ζωή».
Μέσα σε αυτή τη διαρκή κίνηση ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, ο ηθοποιός αναγνωρίζει τη δύναμη της επαφής — είτε αυτή αφορά τον θεατή είτε τη ζωή εκτός σκηνής.