ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Bookreads: Ο Μιχάλης Αλμπάτης μιλάει με τους νεκρούς και μας βάζει να σκεφτούμε

Bookreads: Ο Μιχάλης Αλμπάτης μιλάει με τους νεκρούς και μας βάζει να σκεφτούμε
Ο Μιχάλης Αλμπάτης γεννήθηκε στο Ζαρό Κρήτης, στους πρόποδες του Ψειλορείτη, ένα μέρος αρκετά απομονωμένο, μία κλειστή κοινωνία. Μας μίλησε για το νέο βιβλίο του «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους». photo/Παξιμαδάκη Μαρία

Το Bookreads μίλησε με τον Μιχάλη Αλμπάτη ο οποίος πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νήσος το μυθιστόρημα του «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους». Το βιβλίο λέει την ιστορία ενός αγοριού που έχει την ικανότητα να ακούει τους νεκρούς, να τους μιλάει και να του μιλάνε για ό,τι τους απασχολεί. Σαν ιστορία ακούγεται αρκετά μακάβρια, το βιβλίο όμως είναι απόλυτα απολαυστικό, καλά δομημένο και η γλώσσα προσεγμένη. Ένα βιβλίο που ξεχωρίσαμε για το 2023.

Αρχές της δεκαετίας του 1950, σ' ένα χωριό της Κρητικής ενδοχώρας, ένα νεαρό αγόρι ανακαλύπτει, στην κηδεία κάποιου συγγενή του, πως έχει την ικανότητα να ακούει τις σκέψεις των νεκρών. Κανείς δεν τον πιστεύει αρχικά, όταν όμως αποδεικνύει δημόσια το αληθές των ισχυρισμών του, ένας θείος του, συνειδητοποιώντας τις δυνατότητες οικονομικής εκμετάλλευσης που ανοίγονται μπροστά τους, τον πείθει να φύγουν απ' το χωριό και ν' αρχίσουν να περιοδεύουν στα χωριά του κάμπου προσφέροντας τις υπηρεσίες τους σαν «διερμηνείς των πεθαμένων».

371523284_281253801282941_5026387139474262302_n.jpg
«Το απέρριψαν πάνω από είκοσι εκδότες. Το ολοκλήρωσα το 2016 και εκδόθηκε τελικά το 2022. Η κατάσταση με τους εκδότες είναι τραγική· οι περισσότεροι σου ζητάνε να χρηματοδοτήσεις την έκδοση και κάποιοι από αυτούς δεν αποδίδουν ποτέ στον συγγραφέα τα ποσοστά που του αναλογούν απ’ τις πωλήσεις. Ευτυχώς υπάρχουν και κάποιοι, λίγοι, που σέβονται τόσο τους αναγνώστες όσο και τους δημιουργούς.» Μ. Αλμπάτης. Photo/Παξιμαδάκη Μαρία

Ο Μιχάλης Αλμπάτης γεννήθηκε στο Ζαρό Κρήτης, στους πρόποδες του Ψειλορείτη, ένα μέρος αρκετά απομονωμένο, μία κλειστή κοινωνία. Έκανε αγροτικές εργασίες από μικρός αλλά «κόλλησε» το μικρόβιο της γραφής μετά από απόπειρες που έκανε νεαρός με την ποίηση. Τελικά στράφηκε στο πεζό μιας κι εκεί αναγνώρισε καλύτερα τον εαυτό του. Έτσι ξεκίνησε να γράφει ιστορίες. Έχει εκδώσει άλλα δύο βιβλία από τις εκδόσεις «Απόπειρα». Ζει μόνιμα στο Ηράκλειο.

Το CNN Greece μίλησε με τον συγγραφέα Μιχάλη Αλμπάτη ο οποίος μας έλυσε πολλές από τις απορίες που μας δημιουργήθηκαν μετά που διαβάσαμε το καταπληκτικό του βιβλίο «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους».

Πάμε να δούμε τι μας είπε ο Μιχάλης.

Τι σε τράβηξε να γράψεις για μία εποχή τόσο παλιά και περασμένη; Πιστεύεις πως η δεκαετία του '50 ήταν μία εποχή πιο αυθεντική από τη σημερινή;

Μιχάλης Αλμπάτης: Δεν θα μπορούσα να φανταστώ τον ήρωά μου στο σήμερα. Ζούμε σε μια εποχή εντελώς «απομαγεμένη»· κανείς δεν θα πίστευε πως μπορεί πράγματι να ακούσει τους νεκρούς και μάλλον θα κατέληγε στο ψυχιατρείο. Άλλωστε η εποχή εκείνη δεν είναι τόσο μακρινή για μένα, γεννήθηκα το 1973 και οι διηγήσεις των μεγαλύτερων, παππούδων, γιαγιάδων, συγγενών, μου έχουν μεταφέρει πολύ ζωντανά το κλίμα, τις συνθήκες, την ατμόσφαιρα. Τότε, στην επαρχία, πίστευαν ακόμα στις νεράιδες, τα φαντάσματα, τα μάγια, και θα μπορούσαν να αποδεχθούν την ύπαρξη ενός παιδιού που έχει το χάρισμα να συνομιλεί με τους νεκρούς. Όσο για την αυθεντικότητα, κάθε εποχή κουβαλάει και σχηματοποιεί τις δικές της μορφές αλλοτρίωσης. Δεν θα ήθελα να ζω στο τότε, και δεν εξιδανικεύω στο βιβλίο μου ούτε την εποχή ούτε τον τόπο.

60579510.jpg
Από χωριό σε χωριό κι από κηδεία σε κηδεία, κάθε νεκρός διηγείται την δική του ιστορία, φανερώνει τα δικά του μυστικά και δίνει τις δικές του απαντήσεις στον γρίφο της ύπαρξης· μόνο που οι νεκροί λένε πάντα την αλήθεια, και οι ζωντανοί δεν θέλουνε αλήθειες να ακούσουν...

Πιστεύεις στη μεταφυσική; Υπάρχει κάτι άλλο πέρα από τον θάνατο;

Μιχάλης Αλμπάτης: Όχι, από πολύ νωρίς εκεί γύρω στα δεκατρία – δεκατέσσερα, έπαψα, με απόλυτα φυσικό τρόπο να πιστεύω στο θεό, στη μετά θάνατο ζωή και σε όλα τα υπόλοιπα. Απλά έπαψαν να σημαίνουν το παραμικρό για μένα. Ο Καμύ είχε γράψει πως για πολλούς ανθρώπους το ξύπνημα του ερωτισμού καθιστά άχρηστη κάθε μεταφυσική – την υποκαθιστά κατά κάποιο τρόπο. Ίσως γι’ αυτό είναι τόσο συχνό φαινόμενο η θρησκευτική μεταστροφή κατά το γήρας, όταν το αφροδίσιο ένστικτο έχει πια ατονήσει.

Πόσο καιρό σου πήρε να γράψεις το «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους»; Σε δυσκόλεψε κι αν ναι, ποιο ήταν το στοιχείο που σε έκανε να πιστέψεις στο βιβλίο;

Μιχάλης Αλμπάτης: Μου πήρε τρία χρόνια να το γράψω και, έχοντάς το για περισσότερο από πέντε χρόνια στο συρτάρι μου, είχα την ευκαιρία να το ξαναδουλέψω αρκετές φορές. Με δυσκόλεψε όσο με δυσκολεύουν όλα μου τα γραπτά, καθώς ποτέ δεν γράφω αβίαστα, πάντα βασανίζομαι. Πίστεψα σε αυτό γιατί ήξερα πως είχα μια ξεχωριστή ιδέα, που μου άνοιγε πολλές δυνατότητες. Υπάρχουν αρκετά βιβλία στα οποία οι νεκροί «μιλούν», συνήθως αναμεταξύ τους· το διαφορετικό στο δικό μου είναι η ύπαρξη του Φανούρη που λειτουργεί σαν ενδιάμεσος. Είναι η δική του προσωπικότητα που συγκρατεί τις χάντρες τις αφήγησης, τις τόσες διηγήσεις των νεκρών και δίνει το σχήμα της ιστορίας, γιατί πρόκειται κυρίως για μια ιστορία ενηλικίωσης και περιπλάνησης.

Ισχύει όντως πως το μυθιστόρημα απορρίφθηκε από πολλούς εκδοτικούς πριν τελικά βγει; Πως βλέπεις την σημερινή εκδοτική ζωή της Ελλάδας;

Μιχάλης Αλμπάτης: Ναι, το απέρριψαν πάνω από είκοσι εκδότες. Το ολοκλήρωσα το 2016 και εκδόθηκε τελικά το 2022. Η κατάσταση με τους εκδότες είναι τραγική· οι περισσότεροι σου ζητάνε να χρηματοδοτήσεις την έκδοση και κάποιοι από αυτούς δεν αποδίδουν ποτέ στον συγγραφέα τα ποσοστά που του αναλογούν απ’ τις πωλήσεις. Ευτυχώς υπάρχουν και κάποιοι, λίγοι, που σέβονται τόσο τους αναγνώστες όσο και τους δημιουργούς.

368197159_6478815632167378_2322648810779262807_n.jpg
«Δεν με επηρέασε κάποιος κατά την διάρκεια της συγγραφής. Τις επιρροές τις δεχόμαστε νομίζω όταν είμαστε νεότεροι, άγουροι σαν αναγνώστες και σαν συγγραφείς. Πάντως σίγουρα είχα στον νου μου τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μαρκές, χωρίς μ αυτό να θέλω να πω πως το βιβλίο μου κινείται στο χώρο του μαγικού ρεαλισμού. Απλά, όπως εκείνος χρειάστηκε να «επιστρέψει» στο Μακόντο για πει την ιστορία του, έτσι κι εγώ χρειάστηκε να «επιστρέψω» στο Ζαρό.» Μ. Αλμπάτης. Photo/Παξιμαδάκη Μαρία

Είσαι από την Κρήτη, πόσο δύσκολο είναι για ένα συγγραφέα να ζει εκεί; Αν ήθελες να ζήσεις κάπου αλλού που θα ήταν; Ποιο είναι το πιο δύσκολο πράγμα για έναν καλλιτέχνη που ζει στο νησί;

Μιχάλης Αλμπάτης: Σίγουρα τα πράγματα είναι αρκετά δύσκολα για όλους τους καλλιτέχνες που ζουν στην επαρχία· είσαι μακριά απ’ τους ανάλογους κύκλους, τις αναγκαίες επαφές, τις δημόσιες σχέσεις. Ευτυχώς το διαδίκτυο έχει βελτιώσει αρκετά την κατάσταση, αλλά και πάλι το έλλειμμα παραμένει. Η απομόνωση μπορεί να αποδειχτεί και χρήσιμη, σε κάποιο βαθμό, αλλά είναι ταυτόχρονα κι ένα βαρύ φορτίο, με ελάχιστους ανθρώπους γύρω σου να σε παίρνουν στα σοβαρά, καθώς οι περισσότεροι, φίλοι, συγγενείς, οικογένεια, θεωρούν αυτό που προσπαθείς να κάνεις στην καλύτερη περίπτωση χόμπι και στη χειρότερη βίτσιο. Αν επέλεγα να ζήσω κάπου αλλού θα ήταν στην Αθήνα, ακριβώς για τις ευκαιρίες που προσφέρει, αν και δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο θα μπορούσα να προσαρμοστώ, τώρα στα γεράματα, στους ρυθμούς της.

Πρόσφατα συνειδητοποίησα πως στην Κρήτη, μιας και τυχαίνει να κατάγομαι από εκεί, οι άνθρωποι μπορούν πολλές φορές να γίνουν πολύ σκληροί με τον πόνο και την κακοτυχία του διπλανού τους. Εσύ τι πιστεύεις; Είναι η Κρήτη ένας σκληρός τόπος ή απλά οι άνθρωποι είναι το ίδιο σκληροί παντού;

Μιχάλης Αλμπάτης: Νομίζω η χαιρεκακία είναι η ίδια παντού. Όσον αφορά τη σκληρότητα τα πράγματα μάλλον διαφέρουν. Οι συνθήκες ζωής, η τραχύτητά τους, είτε σε μια ορεινή κοινότητα είτε σε κάποιο γκέτο, αναγκάζουν τους ανθρώπους να δημιουργήσουν πιο αυστηρούς κώδικες συμπεριφοράς και να φορέσουν πιο συμπαγείς πανοπλίες. Στην Κρήτη είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένο το αίσθημα της υπερηφάνειας, αλλά αν το μόνο για το οποίο μπορείς να είσαι υπερήφανος είναι το ότι είσαι κρητικός, μπορεί πολύ εύκολα να φθονήσεις όποιον άνθρωπο γύρω σου έχει καταφέρει κάτι παραπάνω, και ως εκ τούτου να χαρείς όταν στον άνθρωπο που φθονείς τύχει κάποια αναποδιά, όταν υποστεί κάποια ήττα.

Φοβάσαι το θάνατο; Πιστεύεις πως υποσυνείδητα η ιστορία που έγραψες ίσως να είναι μία συμφιλίωση με το φαινόμενο αυτό που όλους μας τρομάζει τόσο;

Μιχάλης Αλμπάτης: Το βιβλίο μου αντιπροσωπεύει μια συμφιλίωση με την καταγωγή μου, με τη ράτσα μου, κι όχι τόσο με τον θάνατο. Ο θάνατος δεν με προβληματίζει τόσο πολύ όσο η πορεία προς τα ‘κει, η αρρώστια, το γήρας, ο ξεπεσμός του σώματος και του πνεύματος. Αυτό που με τρομάζει πραγματικά είναι ο θάνατος, η προοπτική του θανάτου, των ανθρώπων που αγαπώ.

Πες μας μερικούς από τους συγγραφείς που σε επηρέασαν όταν έγραφες το βιβλίο.

Μιχάλης Αλμπάτης: Δεν με επηρέασε κάποιος κατά την διάρκεια της συγγραφής. Τις επιρροές τις δεχόμαστε νομίζω όταν είμαστε νεότεροι, άγουροι σαν αναγνώστες και σαν συγγραφείς. Πάντως σίγουρα είχα στον νου μου τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μαρκές, χωρίς μ αυτό να θέλω να πω πως το βιβλίο μου κινείται στο χώρο του μαγικού ρεαλισμού. Απλά, όπως εκείνος χρειάστηκε να «επιστρέψει» στο Μακόντο για πει την ιστορία του, έτσι κι εγώ χρειάστηκε να «επιστρέψω» στο Ζαρό.

Γράφεις κάτι νέο αυτή τη στιγμή;

Μιχάλης Αλμπάτης: Ναι, βρίσκομαι στο στάδιο των διορθώσεων. Είναι ένα βιβλίο για τα βιβλία, για την περιπέτεια της ανάγνωσης, και για την Αναρχία. Αυτά τα δυο συνδέονται, τουλάχιστον μέσα στο δικό μου το μυαλό.

368166203_271739802277385_1128885185820693394_n.jpg
«Σίγουρα τα πράγματα είναι αρκετά δύσκολα για όλους τους καλλιτέχνες που ζουν στην επαρχία· είσαι μακριά απ’ τους ανάλογους κύκλους, τις αναγκαίες επαφές, τις δημόσιες σχέσεις.» Μ. Αλμπάτης. Photo/Παξιμαδάκη Μαρία

Ποια είναι η σχέση σου με το θεσμό της οικογένειας; Πιστεύεις πως η κρητική παράδοση έχει επηρεάσει την κρίση σου και το «βλέμμα» σου;

Μιχάλης Αλμπάτης: Η οικογένεια, όπως και η κοινότητα, είναι θεσμοί ιδιαίτερα ισχυροί στην Κρήτη. Παρέχουν στήριξη στο άτομο αλλά ταυτόχρονα απαιτούν συμμόρφωση, καταπιέζουν. Όταν ήμουν νέος ένιωθα να ασφυκτιώ στα πλαίσιά τους κι έσπευσα να απομακρυνθώ. Μεγαλώνοντας έχω ρίξει κι εγώ αρκετό «νερό στο κρασί μου» και προσπαθώ να επιτύχω μια ισορροπία. Πάντως σίγουρα με έχουν επηρεάσει βαθιά τόσο η οικογένεια όσο και η κρητική παράδοση, αν και σε μεγάλο βαθμό η επιρροή εκφράστηκε με όρους αντίθεσης.

Σίγουρα θα στο έχουν ρωτήσει κι άλλοι και μάλλον κι εσύ θα το σκέφτηκες πολλές φορές, αλλά τι σε έκανε να γράψεις το βιβλίο σε κανονικά ελληνικά και όχι στην κρητική διάλεκτο, η οποία ναι μεν είναι δύσκολη και ακατανόητη για πολλούς, θα μπορούσε όμως να είναι άλλο ένα στοιχείο που θα εμπλούτιζε το βιβλίο. Άλλωστε είναι τώρα της μόδας να θυμόμαστε και την ντοπιολαλιά μας, πουλάει όπως φαίνεται…

Μιχάλης Αλμπάτης: Δεν μ’ αρέσουν οι μόδες. Δεν σκέφτηκα στιγμή να χρησιμοποιήσω ντοπιολαλιά, ήθελα το βιβλίο μου να διαβάζεται απρόσκοπτα, δίχως γλωσσάρι. Επέλεξα να κρατήσω μόνο τη μουσικότητα και το ηχόχρωμα της κρητικής διαλέκτου, έτσι ώστε ο αναγνώστης να νιώθει ότι βρίσκεται στην Κρήτη αλλά να κατανοεί δίχως δυσκολία τα όσα λέγονται.

Αν σου δινόταν η ευκαιρία να «ψηφίσεις», θα έριχνες την ψήφο σου στο ένστικτο ή στη λογική;

Μιχάλης Αλμπάτης: Θα με τρόμαζε περισσότερο ένας άνθρωπος που λειτουργεί μόνο με τη λογική από κάποιον που ακολουθεί τυφλά το ένστικτό του. Ωστόσο τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν, οπότε θα ψήφιζα λευκό γιατί είμαστε μοιρασμένοι, διχασμένοι, γιατί η φύση μας είναι διττή και πασχίζουμε διαρκώς αυτές τις δυο αντίθετες όψεις μέσα μας να συμβιβάσουμε. Αυτή είναι η ουσία της ανθρώπινης τραγωδίας, γιατί στην τραγωδία όλες οι πλευρές έχουν δίκιο και είναι αδύνατον να υπερισχύσει η μια της άλλης.