Ερρίκος Λίτσης: Μου είπε έλα ρε, με το Βουτσά θα παίξεις, τι σε νοιάζει το σενάριο; Δεν πήγα...
Ο Ερρίκος Λίτσης μιλάει στο Επί Σκηνής του CNN Greece.
Νίκος Ραζής/CNN Greece«Η καθημερινότητα σε πιέζει άγρια... Και δεν είναι μόνο στην Ελλάδα. Ακόμη και στις προηγμένες δυτικές κοινωνίες ακούμε πολλά, ακούμε και για σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών μέσα στις οικογένειες. Eδώ έχουμε ένα ταmπεραμέντο στην Ελλάδα, είμαστε πολύ φωνακλάδες. Αλλά τώρα τελευταία, δυστυχώς —μάλλον πάντα ήταν έτσι, τώρα τελευταία έχει αυξηθεί—, υπάρχει πολύ το φαινόμενο της γυναικοκτονίας. Δηλαδή, έχουν αγριέψει λίγο τα πράγματα. Ο κόσμος έχει αρχίσει και σαλεύει, νομίζω. Είναι δύσκολα»: με αφορμή την παράσταση «Οι Από Κάτω» της Ζέτης Φίτσιου, ο ηθοποιός Ερρίκος Λίτσης μιλά στο Επί Σκηνής του CNN Greece για την κοινωνική βία, την οικογένεια, τη διαδρομή του από το εμπόριο των βιντεοκασετών στον κινηματογράφο και τη συνάντησή του με τον Γιάννη Οικονομίδη, που αποδείχθηκε καθοριστική για την καλλιτεχνική του πορεία.
«Νομίζω ότι δεν είναι θέμα ελληνικής οικογένειας. Κατά βάθος, είναι γενικά ο θεσμός της οικογένειας λιγάκι προβληματικός, γιατί είναι προβληματικό και το σύστημα που ζούμε, το λεγόμενο καπιταλιστικό. Όλα αυτά είναι λίγο προβληματικά. Όταν, δηλαδή, αγωνιάς για το πώς θα μεγαλώσεις τα παιδιά σου, αγωνιάς πώς θα πληρώσεις το νοίκι σου, αγωνιάς πώς θα γεμίσεις το ψυγείο σου, όλα αυτά καμιά φορά, ακόμη κι αν είσαι καλός χαρακτήρας, σε διαστρεβλώνουν τελικά. Γίνεσαι κακός χαρακτήρας. Η καθημερινότητα σε πιέζει άγρια. Και δεν είναι μόνο στην Ελλάδα» λέει στο Επί Σκηνής του CNN Greece ο γνωστός ηθοποιός Ερρίκος Λίτσης.
Με αφορμή την παράσταση «Οι Από Κάτω» της Ζέτης Φίτσιου, ο ηθοποιός μιλά για την κοινωνική βία, την οικογένεια, τη διαδρομή του από το εμπόριο των βιντεοκασετών στον κινηματογράφο και τη συνάντησή του με τον Γιάννη Οικονομίδη, που αποδείχθηκε καθοριστική για την καλλιτεχνική του πορεία.

Ο Ερρίκος Λίτσης μιλάει στο Επί Σκηνής του CNN Greece.
Νίκος Ραζής/CNN Greece«Αν δεν έχεις λεφτά, είσαι ξοφλημένος». Ο Ερρίκος Λίτσης δεν χρειάζεται να υψώσει τη φωνή για να περιγράψει όσα θεωρεί προβληματικά στην κοινωνία.
Στη συζήτησή μας, η καθημερινή οικονομική ανασφάλεια, η οικογένεια, η εκπαίδευση και η βία συνδέονται σε μια ευρύτερη εικόνα ενός συστήματος που πιέζει τους ανθρώπους και συχνά τους φέρνει αντιμέτωπους με τους ίδιους τους εαυτούς τους.
Ο ίδιος μιλάει για τα χρόνια που δεν είχε γίνει ακόμη ηθοποιός αλλά δούλευε στο εμπόριο βιντεοκασέτας στο τέλος της δεκαετίας του ‘80:
«Ήμουν τότε στο εμπόριο της βιντεοκασέτας, ως πωλητής, δεν είχα ασχοληθεί καθόλου με την υποκριτική επαγγελματικά. Σε κάποια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα ήμουν τη δεκαετία του '80, αλλά η δουλειά μου, το επάγγελμά μου, ήταν αυτό: πωλητής. Είχα κάνει γνωριμίες με παραγωγούς που έβγαζαν βιντεοκασέτες, ελληνικές παραγωγές που ήταν πολύ της μόδας εκείνη την εποχή, από το 1983 έως το 1989. Και επειδή είχα λιγάκι το μεράκι ή το ψώνιο, όπως θέλεις πες το, χτύπαγα πόρτες παραγωγών και τους έλεγα: "Ρε παιδιά, βάλτε κι εμένα να παίξω κανέναν ρόλο, θέλω κι εγώ’’. Κάποιος μου είπε: "Έλα, ξέρω, το έχεις. Έλα τη Δευτέρα, έχουμε ένα γύρισμα στο τάδε σημείο’’. Του λέω: «Δώσε μου ένα σενάριο, κάτι, έναν ρόλο, τι θα κάνω;». Έλα, ρε, εσύ’’, μου λέει, "και θα βρούμε τι θα πεις’’. Του λέω: "Πώς θα βρούμε; Δεν το πιάνει το μυαλό μου αυτό’’. Βέβαια, μην ξεχνάμε ότι εκ των υστέρων ξέρουμε όλοι ότι οι περισσότερες βιντεοκασέτες γίνονταν τσαπατσούλικα και λίγο στο πόδι, αυτοσχεδιαστικά. Εν πάση περιπτώσει, το τελικό επιχείρημα ήταν: ‘’Έλα, ρε, με τον Βουτσά θα παίξεις. Τι σε νοιάζει το σενάριο;’’. Για καλή μου ή κακή μου τύχη, δεν πήγα. Ο καθένας κάνει τις επιλογές του. Από τότε πέρασαν άλλα δεκαπέντε χρόνια μέχρι να ανακατευτώ επαγγελματικά με την υποκριτική.»

Στους «Από Κάτω», την κοινωνική κωμωδία της Ζέτης Φίτσιου που επιστρέφει στο Θέατρο Auditorium σε σκηνοθεσία Κώστα Σιλβέστρου, ο Λίτσης υποδύεται έναν άνθρωπο που ζει σε έναν υπόνομο, καταδικασμένος να καθαρίζει έναν χώρο στον οποίο εξακολουθούν να καταλήγουν τα απορρίμματα του κόσμου που βρίσκεται από πάνω. Ο ήρωάς του διαβάζει, ακούει μουσική, συλλέγει βιβλία που άλλοι πετούν και διατηρεί μια προσωπική ζωή μέσα σε μια συνθήκη εγκλεισμού.
Ο ηθοποιός δεν επιδιώκει να επιβάλλει στον ρόλο μια εξωτερική ερμηνεία, αλλά να αντιμετωπίσει ως πραγματική την ακραία συνθήκη στην οποία βρίσκεται. Από εκεί, όπως εξηγεί, προκύπτει και το χιούμορ.
«Το θέμα είναι να υπάρξει αυτή η αλληλοεπικοινωνία και αυτή η ανταλλαγή συναισθημάτων μεταξύ του θεατή και του κοινού από κάτω», λέει για τη σχέση ηθοποιού και θεατή.
Η φράση του συνοψίζει μια αντίληψη για το θέατρο που δεν εξαντλείται στην εκτέλεση ενός ρόλου, αλλά ολοκληρώνεται στη συνάντηση με τους ανθρώπους που παρακολουθούν. Το γέλιο και η συγκίνηση γίνονται έτσι τρόποι επικοινωνίας, όχι αυτοσκοποί.
Η δική του διαδρομή προς την υποκριτική δεν ακολούθησε μια ευθεία πορεία. Πριν από το «Σπιρτόκουτο» και την «Ψυχή στο Στόμα», τις δύο ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη που αποτέλεσαν, όπως λέει, το προσωπικό του σχολείο στον κινηματογράφο, ο Λίτσης εργαζόταν ως πωλητής στο εμπόριο των βιντεοκασετών. Είχε ήδη ασχοληθεί με το ερασιτεχνικό θέατρο και είχε δοκιμάσει διαφορετικές μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης, από τη ζωγραφική και τη μουσική μέχρι το γράψιμο.

Ο Ερρίκος Λίτσης μιλάει στο Επί Σκηνής του CNN Greece.
Νίκος Ραζής/CNN GreeceΗ επαγγελματική στροφή ήρθε στα τέλη της δεκαετίας του 1990, μέσα από μια δύσκολη προσωπική περίοδο και την παρότρυνση φίλων του. Η συνάντηση με τον Οικονομίδη υπήρξε, όπως τη χαρακτηρίζει, το καλλιτεχνικό του διαβατήριο.
«Η επαφή μου με τον Οικονομίδη, που ήταν η αρχική μου σχέση με τον κινηματογράφο, με το «Σπιρτόκουτο» πρώτα και μετά με την «Ψυχή στο Στόμα», ήταν καθοριστική. Οι δύο ταινίες που έκανα με τον Γιάννη τον Οικονομίδη λειτούργησαν και ως σχολείο υποκριτικής για μένα.»
Στη συζήτηση που ακολουθεί, ο Ερρίκος Λίτσης μιλά για τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τους ρόλους, για τις ταινίες που σημάδεψαν την πορεία του, για την αναγνωρισιμότητα που του χάρισε ο κινηματογράφος και η τηλεόραση, αλλά και για τις καλλιτεχνικές επιθυμίες που εξακολουθούν να τον συνοδεύουν.
Και επιστρέφει διαρκώς στην ίδια ιδέα: η τέχνη δεν είναι μια διαδρομή που χαράσσεται πάντοτε από πριν, αλλά μια πορεία που διαμορφώνεται μέσα από συναντήσεις, επιλογές και συμπτώσεις.
Η συνέντευξη με τον Ερρίκο Λίτση:
Η παράσταση «Οι Από Κάτω» μιλά για το ποιος είναι ορατός, ποιος ακούγεται και ποιος μένει έξω από το κάδρο, αλλά το κάνει μέσα από την κωμωδία. Πόσο δύσκολο είναι για έναν ηθοποιό να παίζει κάτι αστείο χωρίς να ακυρώνει το σκοτεινό ή κοινωνικό σχόλιο που βρίσκεται από κάτω; Και πότε καταλαβαίνετε ότι ένας ρόλος έχει αρχίσει να λειτουργεί πραγματικά πάνω στη σκηνή;
Ερρίκος Λίτσης: Καταρχάς, η τοποθέτηση για το τι πράγμα μιλάει το έργο μπορεί να μη με βρίσκει σύμφωνο. Μπορεί και να είναι έτσι τα πράγματα, μπορεί και όχι. Μιλάει για πολλά πράγματα το έργο. Και βέβαια μιλάει για υπαρκτά προβλήματα, κυρίως για την κλιματική κρίση, για την ανεξέλεγκτη ρίψη σκουπιδιών που υπάρχει στην κοινωνία, λόγω της μεγάλης κατανάλωσης. Ως προς αυτό, λοιπόν, του ορατού και αόρατου κόσμου που έθεσες στην αρχή, θεωρώντας αόρατο αυτό που είναι από πάνω από τον υπόνομο όπου ζουν αυτοί οι δύο πρωταγωνιστές του έργου, το να παρουσιάσουμε όλη αυτή την κοινωνία με χιούμορ δεν είναι θέμα βαθμού δυσκολίας ή ευκολίας. Είναι θέμα να το παίξουμε ρεαλιστικά. Ξεκινώντας, δηλαδή, με αυτόν τον γνώμονα, να παίξουμε και οι τρεις ηθοποιοί, με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη, σαν να είναι αληθινά αυτά τα γεγονότα. Σαν πραγματικά να είμαστε δύο άνθρωποι που ο υπόνομος είναι το σαλόνι μας. Παίζοντας, λοιπόν, ρεαλιστικά μια ακραία κατάσταση, αυτή από μόνη της δημιουργεί μια κατάσταση γέλιου, φέρνει χιούμορ. Νομίζω ότι αυτό είναι και το ζητούμενο. Αν δούμε μεγάλες κωμωδίες, το χιούμορ δημιουργείται μέσα από τις καταστάσεις ή από τις ατάκες, βέβαια, αλλά κυρίως μέσα από τις καταστάσεις. Και μάλιστα όταν παίζονται με απόλυτη φυσικότητα, ακόμη κι όταν το πιο ακραίο πράγμα συμβαίνει. Με ένα τέτοιο πνεύμα, νομίζω ότι τα έχουμε καταφέρει αρκετά. Τα καταφέραμε αρκετά σε αυτή την παράσταση. Εντάξει, δύσκολο, εύκολο, δεν μπορώ να το ορίσω. Όλα στη δουλειά μου ως ηθοποιός είναι εύκολα και όλα είναι δύσκολα. Δεν μπαίνει τέτοιο θέμα. Δεν μπορώ να το ορίσω αυτό το πράγμα. Καταλαβαίνουμε ότι κάτι λειτουργεί από τις αντιδράσεις του κοινού. Είναι φανερό, δηλαδή, αν συντονιζόμαστε σωστά ως παράσταση με το κοινό, εκεί όπου εμείς, ως ηθοποιοί, καταλαβαίνουμε ότι είναι το αστείο σημείο της δράσης. Εάν εκεί αντιδράσει και το κοινό με γέλιο ή, εκεί που νομίζουμε ότι είναι ένα σημείο στο οποίο πρέπει να συγκινηθεί ο θεατής, αντιδράσει με έναν κόμπο στο λαιμό, που αυτό το εισπράττουμε εμείς πάνω στη σκηνή, τότε καταλαβαίνουμε ότι πραγματικά έχουμε πετύχει τον στόχο, που είναι η μέθεξη, η επικοινωνία με το κοινό. Δεν είναι ότι εμείς είμαστε εδώ πάνω, «κοιτάξτε μας», κι εσείς από κάτω. Το θέμα είναι να υπάρξει αυτή η αλληλοεπικοινωνία και αυτή η ανταλλαγή συναισθημάτων μεταξύ του θεατή και του κοινού από κάτω.

Ο Ερρίκος Λίτσης μιλάει στο Επί Σκηνής του CNN Greece.
Νίκος Ραζής/CNN GreeceΣτους «Από Κάτω» βρίσκεστε κυριολεκτικά κάτω από την επιφάνεια της πόλης, σε έναν υπόνομο όπου καταλήγουν όλα όσα πετάει ο κόσμος από πάνω. Ο Ερρίκος είναι ένας άνθρωπος που βρίσκεται κοινωνικά στο περιθώριο, αλλά ταυτόχρονα παρατηρεί και σχολιάζει αυτόν τον κόσμο. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να αναγνωρίσετε τον εαυτό σας στον συγκεκριμένο χαρακτήρα και τι σας αποκάλυψε τελικά για τους ανθρώπους που ζουν «από κάτω»;
Ερρίκος Λίτσης: Καταρχάς, να πούμε ότι είναι μια σύμπτωση το ότι ο ήρωας του υπονόμου λέγεται Ερρίκος και εγώ, ως άνθρωπος, λέγομαι Ερρίκος. Είναι μια σύμπτωση. Η συγγραφέας, η Ζέτη Φίτσιου, δεν με είχε στο μυαλό της, είχε επιλέξει αυτό το όνομα. Αυτή η σύμπτωση λειτούργησε ως έναν βαθμό, αν και στην αρχή το είδα λίγο δύσπιστα. Δεν μου άρεσε να είμαι ο Ερρίκος που υποδύομαι κάποιον άλλον Ερρίκο. Λειτούργησε θετικά στο τέλος της ημέρας, ας πούμε. Κοίτα, σε κάθε χαρακτήρα που υποδύομαι, είτε στο θέατρο είτε στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση, υπάρχει κάτι από μένα, το οποίο το ανακαλύπτεις στην πορεία. Στην ουσία καλούμαι εγώ, ως ηθοποιός —έτσι λειτουργώ—, να γίνω αυτός ο άνθρωπος που περιγράφει το χαρτί. Είτε το έχω εγώ αυτό είτε δεν το έχω, να γίνω αυτό το πράγμα. Και σε αυτό το έργο, όπως και σε όλα όσα έχω κάνει μέχρι τώρα, προσπαθώ να είμαι ο Ερρίκος, ο κλοσάρ, θα λέγαμε, με μια γαλλική εκδοχή του όρου, ένας κλοσάρ που ζει στον υπόνομο. Και τυχαίνει, όπως και στη ζωή, να είναι δύο διαφορετικοί χαρακτήρες που, όμως, αλληλοσυμπληρώνονται σε αυτή τη συμβίωση, η οποία υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να είναι μια συμβίωση σε ένα οποιοδήποτε σπίτι, κάπου, δύο ηλικιωμένων ανθρώπων που συμβαίνει να συγκατοικούν, γιατί έχουν ενώσει τις ζωές τους για τον άλφα ή βήτα λόγο. Εδώ τους έχει ενώσει το γεγονός ότι είναι φυλακισμένοι, όπως ακούμε. Αυτή είναι η καταδίκη τους: να είναι φυλακισμένοι μέσα στον υπόνομο και να υποχρεούνται να τον καθαρίσουν. Αυτά είναι τα καταναγκαστικά έργα και, όταν καθαρίσει, θα βγουν. Βέβαια, όλο αυτό είναι και μια αλληγορία. Ο δικός μου χαρακτήρας έχει προσωπικά στοιχεία, όπως λες. Ακούει μουσική, όπως και στην πραγματική μου ζωή. Αυτός ο άνθρωπος έχει εγκαταστήσει ένα ηχητικό σύστημα μέσα στους υπονόμους, ακούει δίσκους, παίζει μουσικό όργανο, όπως κι εγώ στον ελεύθερο χρόνο μου μπορεί να σκαλίσω μια κιθάρα ή ένα άλλο μουσικό όργανο. Διαβάζει πολύ, έχει φτιάξει μια ολόκληρη βιβλιοθήκη με βιβλία που ο κόσμος πετάει στα σκουπίδια. Κι αυτό, βέβαια, είναι μια έμμεση κριτική. Τα βιβλία δεν είναι για πέταμα, ακόμη κι αν τα έχεις διαβάσει, ακόμη κι αν είναι βιβλία που δεν σου αρέσουν. Μπορείς να τα δώσεις κάπου αλλού, να τα διαβάσουν κάποιοι άλλοι, σε μια δανειστική βιβλιοθήκη, σε συλλόγους. Καλό είναι να μην πετάμε τα βιβλία, ανεξαρτήτως του περιεχομένου τους. Και εδώ γίνεται μια έμμεση κριτική μέσα στο έργο μας. Αυτός, λοιπόν, συλλέγει όλα τα βιβλία και είναι πολύ διαβαστερός. Απ' ό,τι φαίνεται, αγαπάει ιδιαίτερα και το θέατρο, γιατί διαβάζει κυρίως Σαίξπηρ. Αυτά έχω να πω για αυτόν.

Ο Ερρίκος Λίτσης μιλάει στο Επί Σκηνής του CNN Greece.
Nίκος Ραζής/CNN GreeceΈχω δει σε συνέντευξή σας ότι κάποτε δουλέψατε στο εμπόριο των βιντεοκασετών, ως χονδρέμπορος, και ότι τη δεκαετία του 1980 παραλίγο να παίξετε για πρώτη φορά σε μία από αυτές. Κάποιος σας είχε προτείνει έναν ρόλο, μάλιστα δίπλα στον Κώστα Βουτσά. Τι είχε συμβεί τότε;
Ερρίκος Λίτσης: Δεν είναι ακριβώς έτσι η ιστορία. Απλώς, επειδή ήμουν τότε στο εμπόριο της βιντεοκασέτας, ως πωλητής, δεν είχα ασχοληθεί καθόλου με την υποκριτική επαγγελματικά. Σε κάποια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα ήμουν τη δεκαετία του '80, αλλά η δουλειά μου, το επάγγελμά μου, ήταν αυτό: πωλητής. Είχα κάνει γνωριμίες με παραγωγούς που έβγαζαν βιντεοκασέτες, ελληνικές παραγωγές που ήταν πολύ της μόδας εκείνη την εποχή, από το 1983 έως το 1989. Και επειδή είχα λιγάκι το μεράκι ή το ψώνιο, όπως θέλεις πες το, χτύπαγα πόρτες παραγωγών και τους έλεγα: «Ρε παιδιά, βάλτε κι εμένα να παίξω κανέναν ρόλο, θέλω κι εγώ». Κάποιος μου είπε: «Έλα, ξέρω, το έχεις. Έλα τη Δευτέρα, έχουμε ένα γύρισμα στο τάδε σημείο». Του λέω: «Δώσε μου ένα σενάριο, κάτι, έναν ρόλο, τι θα κάνω;». «Έλα, ρε, εσύ», μου λέει, «και θα βρούμε τι θα πεις». Του λέω: «Πώς θα βρούμε; Δεν το πιάνει το μυαλό μου αυτό». Βέβαια, μην ξεχνάμε ότι εκ των υστέρων ξέρουμε όλοι ότι οι περισσότερες βιντεοκασέτες γίνονταν τσαπατσούλικα και λίγο στο πόδι, αυτοσχεδιαστικά. Εν πάση περιπτώσει, το τελικό επιχείρημα ήταν: «Έλα, ρε, με τον Βουτσά θα παίξεις. Τι σε νοιάζει το σενάριο;». Για καλή μου ή κακή μου τύχη, δεν πήγα. Ο καθένας κάνει τις επιλογές του. Από τότε πέρασαν άλλα δεκαπέντε χρόνια μέχρι να ανακατευτώ επαγγελματικά με την υποκριτική.
Έχετε περάσει από πολύ διαφορετικούς ρόλους στον κινηματογράφο και στο θέατρο, με χαρακτηριστικούς σταθμούς το «Σπιρτόκουτο» και την «Ψυχή στο Στόμα». Τι εξακολουθεί να σας προκαλεί ως ηθοποιό; Υπάρχει ένας ρόλος ή ένας χαρακτήρας που δεν έχετε παίξει ακόμη και θα θέλατε να σας βγάλει από όσα ήδη ξέρετε ότι μπορείτε να κάνετε;
Ερρίκος Λίτσης: Κοίταξε, προφανώς, ζώντας σε έναν κόσμο με οκτώ δισεκατομμύρια ανθρώπους, έχουμε οκτώ δισεκατομμύρια διαφορετικούς χαρακτήρες. Δηλαδή, το να παίξω έναν ρόλο, να είμαι ο δημοσιογράφος που παίρνει μια συνέντευξη από έναν ηθοποιό, είναι ένας χαρακτήρας. Γιατί εσύ κουβαλάς έναν χαρακτήρα τον οποίο εγώ δεν ξέρω. Θα φανεί από το σενάριο, αν ήταν να παίξω τον ρόλο σου. Ή τον κινηματογραφιστή. Θέλω να πω ότι δεν τελειώνει το να παίζεις ρόλους ή χαρακτήρες. Κάθε έργο, κάθε κινηματογραφικός ήρωας που ενσαρκώνεις ή κάθε θεατρικός ήρωας είναι ένας διαφορετικός χαρακτήρας. Ακόμη κι αν σε κάποια σημεία δείχνει να μοιάζει με τον ρόλο που είχες παίξει στο προηγούμενο σίριαλ ή στην προηγούμενη ταινία, στην ουσία δεν είναι το ίδιο. Γιατί πραγματικά κουβαλάς άλλα στοιχεία σχετικά με τον χαρακτήρα. Και αυτό επαφίεται και στη δική σου δουλειά που θα κάνεις ως ηθοποιός, αν σου αρέσει να το ψάχνεις και προς άλλες κατευθύνσεις. Οπότε, ναι, προφανώς και υπάρχουν εκατοντάδες ρόλοι που θα ήθελα να παίξω ακόμη και χαρακτήρες να ενσαρκώσω. Η επαφή μου με τον Οικονομίδη, που ήταν η αρχική μου σχέση με τον κινηματογράφο, με το «Σπιρτόκουτο» πρώτα και μετά με την «Ψυχή στο Στόμα», ήταν καθοριστική. Οι δύο ταινίες που έκανα με τον Γιάννη τον Οικονομίδη λειτούργησαν και ως σχολείο υποκριτικής για μένα. Οπότε, σε επίπεδο φακού, αν μη τι άλλο, όχι τόσο στο θέατρο, αλλά στον κινηματογράφο ή ακόμη και στην τηλεόραση, κουβαλάω ένα μεγάλο μέρος από την εκπαίδευση που είχα όταν κάναμε τις ταινίες με τον Γιάννη τον Οικονομίδη.
Ένα από τα χαρακτηριστικά που συνοδεύουν έναν ηθοποιό με αναγνωρίσιμους ρόλους είναι ότι μπορεί να περπατά στον δρόμο και να τον πλησιάζουν άνθρωποι για να του πουν μια ατάκα από κάποια ταινία. Σας ενοχλεί αυτό;
Ερρίκος Λίτσης: Όχι, κάθε άλλο. Το ότι με πλησιάζουν άνθρωποι, παλιότερα κυρίως με ατάκες από τα κινηματογραφικά έργα, κυρίως του Οικονομίδη αλλά και του «Σπιρτόκουτου», με ευχαριστούσε και ακόμη με ευχαριστεί. Πολλοί με αναγνωρίζουν από αυτά που έχω κάνει. Υπάρχουν, δευτερευόντως, και άλλοι άνθρωποι που με αναγνωρίζουν από άλλες κινηματογραφικές δουλειές μου, ίσως λιγότερο γνωστές. Και τα τελευταία χρόνια με αναγνωρίζουν από την τηλεόραση και μου λένε ατάκες από τηλεοπτικές σειρές. Το πιο πρόσφατο ήταν το «Πολλοί μιλήσαμε», από το σίριαλ «Έχω παιδιά», που παιζόταν στο Mega μέχρι και πέρυσι. Είχα μια ατάκα που ήταν «Πολλοί μιλήσαμε», ένα σλόγκαν. Οπότε όλα τα παιδάκια, γιατί είχα κάνει και γκελ στα παιδιά, ως παππούς που ήμουν σε αυτό το σίριαλ, με χαιρετούσαν στον δρόμο λέγοντας «Πολλοί μιλήσαμε», γελούσαν κρυφά και ήθελαν να βγάλουν φωτογραφίες. Και, φυσικά, με ευχαριστεί που ο κόσμος με αναγνωρίζει. Δεν με πλησιάζει με κάποια ιδιαίτερη επισημότητα, αλλά φιλικά, δείχνοντάς μου ότι έχει διασκεδάσει με αυτά που έχει δει από μένα και μου δίνει συγχαρητήρια. Ακόμη και από το θέατρο. Είχα κάνει έναν μονόλογο, το «Μάκης» του Κατσικονούρη, πριν από δύο-τρία χρόνια. Ακόμη και από εκεί άνθρωποι με πλησίαζαν και μου έλεγαν ατάκες από το θεατρικό, λιγότερο βέβαια. Περισσότερο με αναγνωρίζουν από την τηλεόραση.

Ξέρω ότι ασχοληθήκατε με τη ζωγραφική και τη μουσική. Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε τελικά στην ηθοποιία και σας έκανε να στραφείτε προς αυτήν πιο αποφασιστικά;
Ερρίκος Λίτσης: Αυτό δεν μπορώ να το ξέρω πραγματικά. Είναι υποσυνείδητα πράγματα αυτά. Αλλά, προφανώς, από νεαρή ηλικία, από την προεφηβική ηλικία, από τα 15 μου, ψαχνόμουν πάντα και με τους φίλους που έκανα παρέα ως παιδιά. Δεκαπέντε-δεκαέξι χρονών ήμασταν παιδιά στα δικά μου χρόνια. Τώρα δεν είναι τόσο παιδιά. Στον ελεύθερο χρόνο μας ασχολούμασταν να ζωγραφίζουμε κόμικς με τον Αλέκο τον Πάγκαλο, τον φίλο μου, που κι αυτός ασχολείται με την ηθοποιία, ή να προσπαθούμε να φτιάξουμε συγκροτήματα. Εγώ κιθάρα, αυτός ντραμς. Παίζει μέχρι σήμερα ντραμς. Μετά, αργότερα, ασχολήθηκα με τη ζωγραφική, γιατί στο σχολείο μου έλεγαν ότι ζωγραφίζω πολύ ωραία και ότι ήθελαν να δώσω στην Καλών Τεχνών. Πάντα προσπαθούσα να εκφραστώ με κάποιο είδος τέχνης: μουσική, ζωγραφική, λιγότερο με το γράψιμο, αλλά κι εκεί, όπως η μισή Ελλάδα, έγραφα κι εγώ τα ποιηματάκια μου. Προσπαθούσα να κάνω τα τραγουδάκια μου. Όλα αυτά δεν αποδίδουν ή κάπου κουραζόμουν ή μπορεί να μην είχα τη διάθεση να προχωρήσω παρακάτω. Ικανοποιούμουν με αυτό το λίγο, για την παρέα. Λίγο ζωγραφική, τα κρεμάω και τα βλέπω εγώ και όποιοι φίλοι μπαίνουν στο σπίτι μου. Λίγο με την κιθάρα στην παρέα. Αν και έκανα και κάτι σαν stand-up comedy με μια κιθάρα στα χέρια, στις αρχές της δεκαετίας του '80, όλα έμεναν ημιτελή. Και ηθοποιός ήμουν σε μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα τη δεκαετία του '80, όπως σου είπα. Το έφερε η τύχη και, όταν βρέθηκα σε ένα επαγγελματικό αδιέξοδο στα τέλη της δεκαετίας του '90, λόγω του θανάτου των γονιών μου —είναι λίγο-πολύ γνωστά αυτά, δεν θα ήθελα να τα ξανακουβεντιάσω—, βρέθηκα σε ένα υπαρξιακό αδιέξοδο και δεν είχα τρόπους να το διαχειριστώ. Φίλοι μου, που με ήξεραν από νεαρό, μου πρότειναν να δώσω βάρος στην υποκριτική και στην ηθοποιία. Με είχαν δει στο θέατρο ή με ήξεραν από παλιότερα. Κανείς δεν μου έλεγε «μωρέ, δεν πας να γίνεις ζωγράφος;», παρόλο που ζωγράφιζα. Το «μωρέ, δεν πας να γίνεις ηθοποιός;» μού το είπαν αρκετοί φίλοι και με πίεζαν προς αυτή την κατεύθυνση, με παρότρυναν. Πραγματικά ακολούθησα τη συμβουλή τους. Ήταν ο Γιάννης ο Τσίρος, ο γνωστός θεατρικός συγγραφέας, φίλος μου από τα είκοσί μου, και η γυναίκα του, η Βίλια Χατζοπούλου, που ήταν στο Θέατρο των Αλλαγών. Πήγα εκεί, παρακολούθησα κάποια μαθήματα και πραγματικά άρχισε όλο αυτό το κάπως άναρχο που είχα στο κεφάλι μου γύρω από την ηθοποιία να μπαίνει σε κάποιες ράγες. Έκανα κάποια μαθήματα, αλλά όλα ουσιαστικά ξεκίνησαν με τη μεγάλη σύμπτωση, τη μεγάλη τύχη, θα το πω εγώ, να διασταυρωθώ με τον Οικονομίδη και να κάνουμε το «Σπιρτόκουτο», την πρώτη ταινία του και την πρώτη δική μου. Αυτό ήταν ένα καλλιτεχνικό διαβατήριο για μένα. Με ανακάλυψε ο καλλιτεχνικός κόσμος. Δεν με ανακάλυψε τόσο πολύ ο κόσμος, ίσως καθόλου, γιατί το «Σπιρτόκουτο» δεν έκοψε εισιτήρια. Η ταινία έγινε γνωστή και viral μέσα από το ίντερνετ, σιγά-σιγά, μετά το 2004-2005. Από εκεί και μετά άρχισε να γίνεται γνωστή από στόμα σε στόμα, από τον έναν στον άλλο, με τη βιντεοκασέτα, το DVD, καθώς ο ένας έλεγε στον άλλο ότι ανακάλυψε μια ιδιαίτερη ταινία. Ήρθε και η «Ψυχή στο Στόμα», το 2005-2006, που βγήκε στους κινηματογράφους, συμμετείχε στην Εβδομάδα Κριτικής στο Φεστιβάλ των Καννών και έγινε ένας θόρυβος. Έγιναν πράγματα, συναυλία με τις Ρόδες, με κομμάτια της «Ψυχής στο Στόμα» να προβάλλονται από πίσω, έκθεση γελοιογράφων στο φουαγιέ του Μικρόκοσμου, όπου παιζόταν η ταινία επί δύο μήνες, με θέμα τη βία, εμπνευσμένη από την «Ψυχή στο Στόμα». Όλα αυτά είναι το καλλιτεχνικό μου διαβατήριο. Όλα αυτά, στην ουσία, με κάνανε ηθοποιό. Τώρα, γιατί έτυχε να είμαι εκεί και όχι αλλού, είναι λίγο υποσυνείδητο. Άλλωστε, πρόσφατα, να, και λες πώς βρέθηκες εκεί παίζοντας και τραγουδώντας ροκ με τα Υπόγεια Ρεύματα. Τα τελευταία χρόνια έχω έρθει κοντά με τα παιδιά από τα Υπόγεια Ρεύματα, είναι φίλοι μου. Πριν από τρία χρόνια, που γιόρτασαν τα τριάντα τους χρόνια, μου είπαν να ανέβω κι εγώ στη σκηνή να πω κανένα τραγούδι. Ανέβηκα και από τότε, όποτε παίζουν μόνοι τους, δηλαδή έχουν συμβεί δύο φορές, μία στο Κύτταρο και μία φέτος πάλι στην Τεχνόπολη, ανεβαίνω και λέω κι εγώ δύο τραγούδια με τα Υπόγεια Ρεύματα. Νιώθω και λίγο ροκ σταρ, που, όπως προανέφερα, το είχα κι αυτό λιγάκι από νέος: να παίξουμε σε συγκρότημα. Ποτέ δεν ξέρεις πώς έρχεται η ζωή, πώς προχωράει και πώς όλα έρχονται και γίνονται. Εγώ είμαι ευχαριστημένος έτσι όπως εξελίσσονται. Δεν ξέρω, με ρωτάς πώς γίνονται.

Ο Ερρίκος Λίτσης μιλάει στο Επί Σκηνής του CNN Greece.
Νίκος Ραζής/CNN GreeceΕίναι τελικά τόσο χάλια η ελληνική οικογένεια ή μήπως υπερβάλλουμε λίγο;
Ερρίκος Λίτσης: Νομίζω ότι δεν είναι θέμα ελληνικής οικογένειας. Κατά βάθος, είναι γενικά ο θεσμός της οικογένειας λιγάκι προβληματικός, γιατί είναι προβληματικό και το σύστημα που ζούμε, το λεγόμενο καπιταλιστικό. Όλα αυτά είναι λίγο προβληματικά. Όταν, δηλαδή, αγωνιάς για το πώς θα μεγαλώσεις τα παιδιά σου, αγωνιάς πώς θα πληρώσεις το νοίκι σου, αγωνιάς πώς θα γεμίσεις το ψυγείο σου, όλα αυτά καμιά φορά, ακόμη κι αν είσαι καλός χαρακτήρας, σε διαστρεβλώνουν τελικά. Γίνεσαι κακός χαρακτήρας. Η καθημερινότητα σε πιέζει άγρια. Και δεν είναι μόνο στην Ελλάδα. Ακόμη και στις προηγμένες δυτικές κοινωνίες ακούμε πολλά, ακούμε και για σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών μέσα στις οικογένειες. Είναι που δεν τα ακούμε. Βέβαια, εδώ έχουμε ένα ταμπεραμέντο στην Ελλάδα, είμαστε πολύ φωνακλάδες. Αλλά τώρα τελευταία, δυστυχώς —μάλλον πάντα ήταν έτσι, τώρα τελευταία έχει αυξηθεί—, υπάρχει πολύ το φαινόμενο της γυναικοκτονίας. Δηλαδή, έχουν αγριέψει λίγο τα πράγματα. Ο κόσμος έχει αρχίσει και σαλεύει, νομίζω. Είναι λίγο δύσκολα τα πράγματα. Πέρα από αυτό που λέμε πατριαρχία, το ένα σκέλος είναι η πατριαρχία. Το άλλο είναι, θα το πω εγώ πιο γενικά ίσως, ο καπιταλισμός που αγριεύει τον άνθρωπο. Αυτό το κυνήγι του κέρδους, αυτό το κυνήγι του μεροκάματου. Που αν δεν έχεις λεφτά, είσαι λίγο ξοφλημένος, έτσι, στην εκπαίδευση, στην παιδεία. Αν δεν έχεις λεφτά, είσαι ξοφλημένος. Δημόσια παιδεία: βλέπεις τους γονείς να σκορπάνε χιλιάρικα σε φροντιστήρια, ώστε να μπει το παιδί σε μια σχολή. Κι αν τελειώσει, μετά άντε να βρεις πώς θα νοικιάσει το σπίτι και άντε να βρεις πώς, στα τρία-τέσσερα χρόνια που θα χρειάζεται ένα χαρτζιλίκι, θα τα βγάλει πέρα, γιατί μπορεί να πιάσει, αν δεν πιάσει μια δουλειά, να δουλεύει ως σερβιτόρος εκεί που θα σπουδάζει. Είναι τα πράγματα πολύ δύσκολα. Αλλά είναι πολύ φανερό για ποιον λόγο αυτή η οικογένεια αγριεύει.
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Η Ευ. Μουμούρη «Επί Σκηνής»: Το ωραίο της ζωής αρχίζει όταν σταματήσεις να την θεωρείς δεδομένη
Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης Επί Σκηνής: «Ένας καλός ηθοποιός είναι κυρίως ακροατής»
Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης Επί Σκηνής: «Ένας καλός ηθοποιός είναι κυρίως ακροατής»
ΑΝΑΛΥΕΙ Ο ΚΩΝ. ΥΦΑΝΤΗΣ : Τύχη… Γκίλφοϊλ και για τον πρέσβη των ΗΠΑ στην Τουρκία; Η μεγαλύτερη ανοχή και το κοινό ερώτημα
10:00
Πάτρα: Νεκρή νεαρή γυναίκα σε ακάλυπτο πολυκατοικίας στην περιοχή της Αγίας Σοφίας
09:52
e-ΕΦΚΑ: Ψηφιακός μετασχηματισμός με 135 ηλεκτρονικές υπηρεσίες
09:50
Συναγερμός στο ΝΑΤΟ: F-18 απογειώθηκαν για να αναχαιτίσουν εναέριο στόχο στη Ρουμανία
09:50