Από τον Στίβεν Κινγκ, στον Αντώνη Τουμανίδη: Τρία βιβλία για τη βία πίσω από την κανονικότητα
O Stephen King.
InvisionΗ εκδίκηση που μεταμφιέζεται σε δικαιοσύνη, ένας πολυτελής παράδεισος που κρύβει μια σκοτεινή αλήθεια και τα παραμύθια που μετατρέπονται σε σκηνές εγκλημάτων. Τα βιβλία «Μην κάνεις πίσω» του Στίβεν Κινγκ, «Ο εκπαιδευτής» του Πίτερ Χέλερ και «Άντερσεν» του Αντώνη Τουμανίδη προσεγγίζουν από διαφορετικές διαδρομές την ίδια ανησυχητική ιδέα: το κακό δεν βρίσκεται πάντα έξω από τον κόσμο μας, αλλά συχνά κρύβεται μέσα στις ιστορίες που λέμε για να τον εξηγήσουμε.
Υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι να αφηγηθεί κανείς τη βία. Μπορεί να την παρουσιάσει ως τιμωρία για μια αδικία, να την κρύψει πίσω από την υπόσχεση μιας ιδανικής ζωής ή να την ανασύρει από τις σκοτεινές γωνίες ιστοριών που θεωρούσαμε αθώες.
Στα τρία βιβλία που κυκλοφόρησαν πρόσφατα ή επανέρχονται στο προσκήνιο της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής, η βία δεν αποτελεί απλώς το καύσιμο της πλοκής. Γίνεται ο τρόπος με τον οποίο αποκαλύπτονται οι αντιφάσεις των χαρακτήρων, οι μηχανισμοί εξουσίας και η εύθραυστη απόσταση ανάμεσα στην τάξη και στο χάος.
Στο «Μην κάνεις πίσω» του Στίβεν Κινγκ, η επιθυμία για δικαιοσύνη μπορεί να μετατραπεί σε εμμονή με την τιμωρία. Στον «Εκπαιδευτή» του Πίτερ Χέλερ, η φύση προσφέρει την υπόσχεση μιας προσωρινής διαφυγής, αλλά το ειδυλλιακό τοπίο αποδεικνύεται ιδανικό καταφύγιο για την αυθαιρεσία των ισχυρών. Και στο «Άντερσεν» του Αντώνη Τουμανίδη, τα παραμύθια επιστρέφουν στην πιο σκοτεινή τους μορφή, ως κώδικας για μια σειρά τελετουργικών δολοφονιών.
Πρόκειται για τρεις διαφορετικές εκδοχές του σύγχρονου θρίλερ, οι οποίες αξιοποιούν το μυστήριο και την αγωνία για να θέσουν ένα κοινό ερώτημα: πόσο ασφαλής είναι τελικά ο κόσμος που πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε;
Στίβεν Κινγκ – «Μην κάνεις πίσω»: Όταν η δικαιοσύνη γίνεται εμμονή

Ο Στίβεν Κινγκ επιστρέφει με ένα πολυπρόσωπο αστυνομικό μυθιστόρημα, στο οποίο η ντετέκτιβ Χόλι Γκίμπνι καλείται να αντιμετωπίσει μια υπόθεση που συνδέει την εγκληματική βία με την εκδίκηση και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Η αστυνομία λαμβάνει ένα γράμμα από έναν άγνωστο που απειλεί να σκοτώσει «13 αθώους και έναν ένοχο», υποστηρίζοντας ότι έτσι θα αποκαταστήσει μια αδικία. Παράλληλα, η ακτιβίστρια Κέιτ ΜακΚέι ξεκινά μια περιοδεία ομιλιών για τα δικαιώματα των γυναικών, ενώ οι δύο αφηγηματικές γραμμές εντάσσονται σταδιακά σε ένα ευρύτερο τοπίο απειλής.
Η βασική ιδέα του «Μην κάνεις πίσω» βρίσκεται στη διαστρέβλωση της έννοιας του δικαίου. Ο δράστης δεν παρουσιάζει τον εαυτό του ως κάποιον που σκοτώνει χωρίς λόγο, αλλά ως τιμωρό που επιχειρεί να διορθώσει ένα προηγούμενο έγκλημα. Η επίκληση της ηθικής λειτουργεί ως άλλοθι για τη βία, ενώ η αυθαίρετη διάκριση ανάμεσα στους αθώους και στους ενόχους μετατρέπει την ανθρώπινη ζωή σε αντικείμενο ενός προσωπικού δικαστηρίου.
Ο Κινγκ γνωρίζει καλά πώς να οικοδομεί αγωνία μέσα από παράλληλες ιστορίες και να τις οδηγεί προς μια σύγκλιση που αναδιατάσσει όσα γνωρίζει ο αναγνώστης. Η επιστροφή της Χόλι Γκίμπνι προσφέρει ένα σταθερό σημείο αναφοράς, καθώς η ηρωίδα καλείται να συνδυάσει παρατηρητικότητα και επιμονή σε μια υπόθεση όπου η απειλή δεν είναι μόνο σωματική, αλλά και ιδεολογική. Το μυθιστόρημα αγγίζει ζητήματα δημόσιου λόγου, έμφυλης βίας και πολιτικής πόλωσης, χωρίς να εγκαταλείπει τη βασική του επιδίωξη: να κρατήσει τον αναγνώστη μέσα στην έρευνα.
Ωστόσο, η έκταση του βιβλίου και η πολυπλοκότητα των αφηγηματικών του γραμμών δεν εξασφαλίζουν αυτομάτως ότι όλες οι επιμέρους ιδέες αποκτούν το ίδιο βάρος. Η κριτική του Γιώργου Ναθαναήλ στο Books' Journal επισημαίνει ότι το μυθιστόρημα δεν συγκαταλέγεται στα κορυφαία έργα του Κινγκ, παρότι διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον. Η παρατήρηση αυτή αποτυπώνει εύστοχα τη διπλή φύση του βιβλίου: η αφηγηματική του ορμή παραμένει ισχυρή, αλλά η συνολική λογοτεχνική του επίδοση δεν είναι απαραίτητα ισότιμη με την ένταση της σύλληψής του.
Το «Μην κάνεις πίσω» ενδιαφέρει περισσότερο όταν η αστυνομική πλοκή συναντά το ηθικό της υπόβαθρο. Η εκδίκηση μπορεί να εμφανίζεται ως αποκατάσταση της τάξης, αλλά παραμένει μια μορφή εξουσίας που δεν λογοδοτεί σε κανέναν. Και αυτή ακριβώς η αυταπάτη είναι που κάνει το έγκλημα τόσο επικίνδυνο.
Πίτερ Χέλερ – «Ο εκπαιδευτής»: Ο παράδεισος που κρύβει μια κόλαση

Στον «Εκπαιδευτή» του Πίτερ Χέλερ, το σκηνικό αλλάζει ριζικά. Αντί για την αστική έρευνα και τις δημόσιες συγκρούσεις του Κινγκ, ο Αμερικανός συγγραφέας μεταφέρει τον αναγνώστη σε ένα απομονωμένο, πολυτελές καταφύγιο ψαρέματος στο Κολοράντο. Το Kingfisher Lodge, χτισμένο δίπλα σε ένα εντυπωσιακό ποτάμι, προσφέρει στους εύπορους επισκέπτες του απομόνωση, ασφάλεια και μια εμπειρία σχεδόν ανέγγιχτης φύσης.
Ο Τζακ, ένας νεαρός άνδρας που προσπαθεί να ξεφύγει από το προσωπικό του πένθος, αναλαμβάνει εργασία ως οδηγός ψαρέματος. Σύντομα, όμως, αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά. Η αυστηρή επιτήρηση, οι παράξενοι κανόνες, η συμπεριφορά ορισμένων επισκεπτών και η αδιαφάνεια της διεύθυνσης δημιουργούν ένα κλίμα δυσπιστίας. Όταν αναλαμβάνει να συνοδεύσει την Άλισον Κ., μια διάσημη τραγουδίστρια, οι υποψίες του αρχίζουν να συνδέονται με μια πολύ πιο σκοτεινή πραγματικότητα.
Η δύναμη του Χέλερ βρίσκεται στην αντίθεση ανάμεσα στο φυσικό τοπίο και στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Το ποτάμι, τα δάση και η λεπτομερής περιγραφή του ψαρέματος προσφέρουν στιγμές ηρεμίας, σχεδόν λυρικής παρατήρησης. Αυτή η ηρεμία, ωστόσο, δεν λειτουργεί απλώς ως διάλειμμα ανάμεσα στις σκηνές δράσης. Γίνεται το μέτρο με το οποίο αποκαλύπτεται η παραμόρφωση του ανθρώπινου κόσμου: σε έναν τόπο που μοιάζει ιδανικός, η ασφάλεια έχει μετατραπεί σε προνόμιο και η απομόνωση σε εργαλείο ελέγχου.
Ο συγγραφέας αξιοποιεί επίσης το υπόβαθρο της πανδημίας, τοποθετώντας την ιστορία σε μια κοινωνία που εξακολουθεί να ζει με τις συνέπειές της. Το καταφύγιο προσφέρει στους πλούσιους μια προστατευμένη εκδοχή της πραγματικότητας, μακριά από τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι υπόλοιποι. Έτσι, το μυστήριο αποκτά κοινωνική διάσταση: η ανισότητα δεν εμφανίζεται μόνο μέσα από τον πλούτο, αλλά και μέσα από τη δυνατότητα ορισμένων ανθρώπων να αγοράζουν την ψευδαίσθηση ότι οι κανόνες δεν τους αφορούν.
Η κριτική του Publishers Weekly ξεχωρίζει τις ζωντανές περιγραφές της φύσης και την ανατρεπτική πλοκή, ενώ το Kirkus Reviews περιγράφει το βιβλίο ως ένα ασυνήθιστο μυστήριο που συνδυάζει την περιπέτεια, τον τρόμο και την εσωτερική αναζήτηση. Δεν λείπουν, ωστόσο, οι επιφυλάξεις: κριτική στους New York Times εντοπίζει αδυναμίες στην ανάπτυξη ορισμένων χαρακτήρων και στην πειστικότητα επιμέρους εξελίξεων.
Οι ενστάσεις αυτές έχουν σημασία, επειδή η επιτυχία του μυθιστορήματος εξαρτάται από την ισορροπία ανάμεσα στην ατμόσφαιρα και στην πλοκή. Όταν η αφήγηση επιβραδύνει για να παρατηρήσει το τοπίο, ο Χέλερ βρίσκεται στο ισχυρότερο σημείο του. Όταν η ιστορία επιταχύνει προς την αποκάλυψη και τη σύγκρουση, ορισμένες ευκολίες γίνονται περισσότερο εμφανείς. Παρ' όλα αυτά, ο «Εκπαιδευτής» λειτουργεί αποτελεσματικά ως λογοτεχνικό θρίλερ, επειδή δεν περιορίζεται στο ερώτημα του τι συμβαίνει στο καταφύγιο. Εξετάζει ποιοι έχουν την πολυτέλεια να αισθάνονται ασφαλείς και ποιοι πληρώνουν το τίμημα αυτής της ασφάλειας.
Αντώνης Τουμανίδης – «Άντερσεν»: Τα παραμύθια στην υπηρεσία του εγκλήματος

Ο Αντώνης Τουμανίδης επιλέγει μια διαφορετική διαδρομή για να προσεγγίσει το σκοτάδι. Στο «Άντερσεν», πρώτο μέρος της «Τριλογίας των Δολοφόνων» από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, μια σειρά τελετουργικών φόνων παραπέμπει στα παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Καθώς η έρευνα επεκτείνεται και φτάνει μέχρι την Αθήνα, οι αστυνομικοί έρχονται αντιμέτωποι με ένα αίνιγμα που μοιάζει να ξεπερνά τα όρια της συμβατικής αστυνομικής λογικής: ο βασικός ύποπτος είναι νεκρός εδώ και περίπου 150 χρόνια.
Η πρωτοτυπία της ιδέας βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο το παραμύθι μετατρέπεται από πολιτισμική αναφορά σε μηχανισμό της πλοκής. Η «Μικρή Γοργόνα», η «Βασίλισσα του Χιονιού», το «Κοριτσάκι με τα σπίρτα» και άλλα γνωστά έργα του Άντερσεν δεν χρησιμοποιούνται απλώς για να προσδώσουν μια σκοτεινή αισθητική στα εγκλήματα. Τα μοτίβα τους γίνονται στοιχεία ενός γρίφου, τον οποίο ο αναγνώστης καλείται να αποκωδικοποιήσει μαζί με τους ερευνητές.
Ο Τουμανίδης αξιοποιεί τη γοτθική ατμόσφαιρα, τις σκηνοθετημένες σκηνές εγκλήματος και την κινηματογραφική περιγραφή για να δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο το οικείο μετατρέπεται σταδιακά σε απειλή. Το βασικό του εύρημα είναι ότι τα παραμύθια δεν χρειάζεται να αλλοιωθούν δραστικά για να γίνουν τρομακτικά. Αρκεί να επιστρέψουν στη σκοτεινή πλευρά τους, εκεί όπου η απώλεια, η απόρριψη και η σκληρότητα δεν εξουδετερώνονται από μια καθησυχαστική τελική δικαίωση.
Η επιλογή του Άντερσεν έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα έργα του Δανού συγγραφέα απέχουν συχνά από την εξιδανικευμένη εικόνα που διατηρεί η συλλογική μνήμη για τα παραμύθια. Στο μυθιστόρημα, αυτή η απόσταση γίνεται η αφετηρία μιας αστυνομικής αφήγησης που συνδέει τη λογοτεχνία με την εμμονή, τη βία και τη συμβολική αναπαράσταση του εγκλήματος.
Η κριτική της Αλεξίας Βλάρα στο Diastixo επισημαίνει τον παλμό της αφήγησης και τη λειτουργική ενσωμάτωση των παραμυθιών στην πλοκή, ενώ η Μανίνα Ζουμπουλάκη στην Athens Voice αναδεικνύει την πρωτοτυπία της σύλληψης και την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του βιβλίου. Το σημαντικότερο πλεονέκτημά του είναι ότι προσφέρει στον αναγνώστη δύο επίπεδα ανάγνωσης: την παρακολούθηση μιας αστυνομικής έρευνας και την επανεξέταση ιστοριών που έχουν ήδη χαραχτεί στη μνήμη του.
Το εγχείρημα, ωστόσο, συνοδεύεται από μια απαιτητική ισορροπία. Όταν μια τόσο ευρηματική ιδέα στηρίζει ολόκληρο το μυθιστόρημα, η ατμόσφαιρα και οι συμβολισμοί πρέπει να υπηρετούν την εξέλιξη των χαρακτήρων και τη συνοχή της πλοκής, όχι να λειτουργούν ως αυτοσκοπός. Το «Άντερσεν» έχει το πλεονέκτημα ενός ισχυρού αφηγηματικού πυρήνα και ενός κόσμου που προσφέρεται για περαιτέρω ανάπτυξη, καθώς αποτελεί την αρχή μιας τριλογίας.
Τρεις διαφορετικές όψεις του ίδιου σκοταδιού
Τα τρία βιβλία δεν ακολουθούν την ίδια αφηγηματική συνταγή ούτε επιδιώκουν το ίδιο αποτέλεσμα. Ο Κινγκ ενδιαφέρεται για την εμμονή με την τιμωρία και για το πώς η βία μπορεί να ντυθεί με τη γλώσσα της ηθικής. Ο Χέλερ αντιπαραθέτει την ομορφιά της φύσης στην κοινωνική ανισότητα και στην αυθαιρεσία των προνομιούχων. Ο Τουμανίδης αναζητά το σκοτάδι μέσα σε ιστορίες που έχουν επιβιώσει για γενιές, αποδεικνύοντας ότι το παραμύθι μπορεί να γίνει εξίσου αποτελεσματικό εργαλείο αγωνίας με την αστυνομική έρευνα.
Κοινό τους σημείο είναι η δυσπιστία απέναντι στις εύκολες εξηγήσεις. Κανένα από τα τρία βιβλία δεν αντιμετωπίζει το κακό αποκλειστικά ως μια εξωτερική δύναμη που εισβάλλει σε έναν κατά τα άλλα ασφαλή κόσμο. Αντίθετα, το αναζητούν στις ανθρώπινες δικαιολογίες, στις κοινωνικές δομές, στην επιθυμία για έλεγχο και στις αφηγήσεις που επιτρέπουν στους ανθρώπους να πιστεύουν ότι βρίσκονται στη σωστή πλευρά.
Οι διαφορές τους είναι εξίσου αποκαλυπτικές. Ο Κινγκ προσφέρει την ένταση ενός εκτενούς αστυνομικού θρίλερ, με την ορμή και τις αδυναμίες που μπορεί να συνεπάγεται μια σύνθετη πλοκή. Ο Χέλερ επιλέγει μια πιο στοχαστική διαδρομή, όπου το τοπίο και η ατμόσφαιρα αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία του μυστηρίου, ακόμη κι όταν η εξέλιξη της δράσης εμφανίζει ευκολίες. Ο Τουμανίδης ποντάρει στην πρωτοτυπία της σύνδεσης ανάμεσα στα παραμύθια και στο έγκλημα, δημιουργώντας ένα σκοτεινό σύμπαν που μπορεί να εξελιχθεί πέρα από το πρώτο βιβλίο της τριλογίας.
Δεν πρόκειται, επομένως, για τρία ισοδύναμα έργα ούτε για τρεις παραλλαγές της ίδιας ιστορίας. Είναι τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις της αγωνίας, που συναντιούνται στην επιθυμία τους να αποκαλύψουν όσα κρύβονται κάτω από την επιφάνεια. Η βία εμφανίζεται ως αποκατάσταση της δικαιοσύνης, ως τίμημα της πολυτέλειας ή ως παραμορφωμένη επιστροφή του παραμυθιού. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η απειλή γεννιέται από κάτι που μοιάζει αρχικά κατανοητό, επιθυμητό ή ακόμη και οικείο.
Αυτή είναι και η κοινή τους δύναμη. Το θρίλερ δεν χρειάζεται πάντα τέρατα, υπερφυσικές δυνάμεις ή ακραίες ανατροπές για να προκαλέσει ανησυχία. Αρκεί να αποκαλύψει ότι η δικαιοσύνη μπορεί να γίνει πρόσχημα για εκδίκηση, ότι ο παράδεισος μπορεί να χτιστεί πάνω στην αδικία και ότι τα παραμύθια που μας μεγάλωσαν ενδέχεται να κρύβουν περισσότερη σκληρότητα απ' όση θυμόμαστε. Το πιο σκοτεινό στοιχείο αυτών των τριών βιβλίων δεν είναι ότι ο κόσμος τους βρίσκεται στο χείλος του χάους, αλλά ότι το χάος μπορεί να βρίσκεται ήδη μέσα στην κανονικότητά του.
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Bookreads: «Μόνο μίσος» - Το graphic novel του Θανάση Πέτρου για μια χώρα διχασμένη
Bookreads - Από τη «Χτυπημένη», στους βρικόλακες: Ο τρόμος μέσα από τέσσερα βιβλία
Bookreads - Νεκταρία Αναστασιάδου: «Κάθε γραπτό έχει και ψέμα και αλήθεια»
Διαμερίσματα «υπνωτήρια» στην Αθήνα: Τι λένε κάτοικοι και φορείς - Τι σχεδιάζει η κυβέρνηση
09:39
Ο Τσίπρας στο σχολικό συγκρότημα της Γκράβας: «Η κυβέρνηση πετάει το μπαλάκι όπου τη βολεύει»
09:34
Δείπνα και bar events με ηχηρά διεθνή ονόματα που αξίζουν μία θέση στις εξόδους μας στην πόλη
09:30
Πρέσβειρα Άλισον Ντάνκαν: Η Αυστραλία θα αντλήσει διδάγματα από το έργο της Αθήνας στον ΟΗΕ
09:15