CULTURE

Bookreads: Από τον ωκεανό στη Σιένα, δύο μυθιστορήματα για την ανθρώπινη μοίρα

Bookreads: Από τον ωκεανό στη Σιένα, δύο μυθιστορήματα για την ανθρώπινη μοίρα

Ο Φεντερίγκο Τότσι.

Wikipedia Commons

Από τον μοναχικό αγώνα ενός Νεοϋορκέζου στον Ειρηνικό Ωκεανό μέχρι την οικονομική και ηθική κατάρρευση τριών αδελφών στη Σιένα, τα μυθιστορήματα του Χέρμπερτ Κλάιντ Λιούις και του Φεντερίγκο Τότσι φωτίζουν τις ρωγμές πίσω από την κοινωνική αξιοπρέπεια. Οι νέες εκδόσεις της Ίνδικτου φέρνουν στο ελληνικό κοινό δύο διαφορετικές, αλλά συγγενικές, όψεις της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.

Υπάρχουν βιβλία που ξεκινούν από μια απλή, σχεδόν καθημερινή ανατροπή και καταλήγουν να θέτουν ερωτήματα για την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Στο «Άνθρωπος στη θάλασσα» του Αμερικανού Χέρμπερτ Κλάιντ Λιούις, ένας ευκατάστατος τραπεζίτης πέφτει στο νερό και βρίσκεται αντιμέτωπος με την απεραντοσύνη του Ειρηνικού.

Στους «Τρεις σταυρούς» του Ιταλού Φεντερίγκο Τότσι, τρία αδέλφια που διατηρούν ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στη Σιένα βυθίζονται σταδιακά σε μια οικονομική καταστροφή, ανήμπορα να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των επιλογών τους. Δύο διαφορετικές αφετηρίες οδηγούν σε ένα κοινό λογοτεχνικό πεδίο: εκεί όπου οι κοινωνικές συμβάσεις, η αξιοπρέπεια και η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας δοκιμάζονται από τις περιστάσεις.

Οι δύο τίτλοι κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίνδικτος το 2026, σε μετάφραση του Χρίστου Κρεμνιώτη. Πρόκειται για δύο έργα που, παρά τη διαφορετική αφηγηματική τους προσέγγιση, αναδεικνύουν την απόσταση ανάμεσα στην επιθυμία του ανθρώπου να ελέγχει τη ζωή του και στην πραγματικότητα που συχνά αποδεικνύεται ισχυρότερη από αυτόν.

«Άνθρωπος στη θάλασσα»: Ένας τζέντλεμαν απέναντι στο κενό

2020-0446.jpg

Ο Χένρι Πρέστον Στάντις, πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος του Λιούις, είναι ένας 35χρονος, εύπορος και καλλιεργημένος χρηματιστής από τη Νέα Υόρκη. Έχει οικογένεια, κοινωνική θέση και μια ζωή οργανωμένη με τρόπο που του εξασφαλίζει άνεση και ασφάλεια. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στον Ειρηνικό Ωκεανό, όμως, ένα ατύχημα τον ρίχνει στη θάλασσα.

Το πλοίο συνεχίζει την πορεία του και κανείς δεν αντιλαμβάνεται αμέσως την απουσία του. Έτσι, ο Στάντις βρίσκεται μόνος, με μοναδικό σύμμαχο την ελπίδα ότι κάποιος θα καταλάβει τι έχει συμβεί και θα επιστρέψει για να τον σώσει.

Η αρχική ιδέα μοιάζει απλή, αλλά ο Λιούις την αξιοποιεί για να εξετάσει τι απομένει από έναν άνθρωπο όταν αφαιρεθούν οι βεβαιότητες που καθορίζουν την καθημερινότητά του. Στη στεριά, ο Στάντις είναι ένας επιτυχημένος άνδρας, ενταγμένος σε ένα σύστημα κοινωνικών κανόνων που του έχει προσφέρει σχεδόν τα πάντα.

Στη θάλασσα, οι τρόποι του, η ανατροφή του και η κοινωνική του θέση δεν έχουν καμία πρακτική αξία. Η επιβίωση δεν εξαρτάται από το κύρος ή την περιουσία του, αλλά από το σώμα του, την αντοχή του και την πιθανότητα να εντοπιστεί εγκαίρως.

Η αγωνία του μυθιστορήματος δεν στηρίζεται μόνο στην αβεβαιότητα για την τύχη του ήρωα. Ο συγγραφέας παρακολουθεί τις σκέψεις του, τις αναμνήσεις του και τις μεταβολές στην αντίληψή του για τη ζωή, ενώ παράλληλα επιστρέφει στους επιβάτες του πλοίου και στις δικές τους αντιδράσεις. Η αφήγηση κινείται ανάμεσα στην τραγικότητα και στην ειρωνεία, μετατρέποντας ένα ατύχημα σε μια δοκιμασία της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Όπως επισημαίνει η κριτική του The Critic, το βιβλίο συνομιλεί τόσο με την παράδοση των μυθιστορημάτων επιβίωσης όσο και με εκείνη των έργων που αποτυπώνουν την υπαρξιακή δυσφορία της μεσαίας τάξης.

Η επιστροφή ενός παραγνωρισμένου βιβλίου

Το «Άνθρωπος στη θάλασσα» κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1937 με τον αγγλικό τίτλο Gentleman Overboard. Για δεκαετίες παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό ξεχασμένο, προτού επανεκδοθεί και αρχίσει να ανακαλύπτεται από ένα νέο διεθνές αναγνωστικό κοινό.

Η παλαιότερη κριτική είχε ήδη αναγνωρίσει την ιδιαιτερότητα της σύλληψης. Το Kirkus Reviews, το 1937, περιέγραφε το βιβλίο ως μια πρωτότυπη ιστορία, εξαιρετικά εκτελεσμένη, ενώ οι κριτικές που συγκεντρώνει το Complete Review καταγράφουν τόσο τον τρόμο που γεννά η μοναξιά του ήρωα όσο και την αποτελεσματική εναλλαγή κωμικού και τραγικού στοιχείου.

Ο κριτικός Τζον Σέλφ, γράφοντας στο The Critic το 2022, το εντάσσει στα έργα που δεν αρκούνται να ακολουθήσουν μια λογοτεχνική παράδοση, αλλά συμβάλλουν στη διαμόρφωσή της.

Η αναγνωστική δύναμη του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς στην αντίθεση ανάμεσα στη μικρή έκταση της ιστορίας και στο εύρος των ερωτημάτων της. Ο ωκεανός δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό κινδύνου, αλλά ως ένας χώρος όπου καταρρέουν οι κοινωνικές ιεραρχίες και ο άνθρωπος αναγκάζεται να αντιμετωπίσει την ευθραυστότητά του χωρίς προστατευτικά στηρίγματα.

Η περιπέτεια του Στάντις γίνεται έτσι μια ειρωνική αντιστροφή της επιτυχημένης ζωής του: όταν χρειάζεται περισσότερο από ποτέ να δράσει, ανακαλύπτει πόσο λίγα μπορεί να ελέγξει.

«Τρεις σταυροί»: Η τραγωδία μιας οικογένειας που δεν μπορεί να αλλάξει

2020-0445.jpg

Στους «Τρεις σταυρούς» (Tre croci), ο Φεντερίγκο Τότσι μεταφέρει το βάρος της αφήγησης από την απομόνωση ενός ανθρώπου στη σταδιακή κατάρρευση μιας οικογένειας. Στη Σιένα, οι τρεις αδελφοί Γκάμπι διατηρούν ένα παλαιοβιβλιοπωλείο που γίνεται το κέντρο μιας ζωής γεμάτης οικονομικές δυσκολίες, χρέη και αυταπάτες.

Ο Τζούλιο ασχολείται με τα παλιά βιβλία, ο Νικολό με τις πλαστές αρχαιότητες, ενώ ο Ενρίκο ξεχωρίζει για μια αόριστη καλοσύνη. Οι τρεις τους φαίνεται να συνεχίζουν μια συνηθισμένη επαγγελματική ζωή, όμως πίσω από την καθημερινότητά τους συσσωρεύονται τα σημάδια μιας επερχόμενης καταστροφής.

Το οικονομικό αδιέξοδο δεν είναι απλώς ο μηχανισμός που κινεί την πλοκή. Οι ληξιπρόθεσμες συναλλαγματικές, οι πλαστογραφημένες υπογραφές και η απειλή της χρεοκοπίας αποκαλύπτουν την αδυναμία των αδελφών να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να αλλάξουν πορεία. Αντί να αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο την πραγματικότητα, επιλέγουν την αναβολή και την άρνηση, σαν να μπορούν να απομακρύνουν την καταστροφή αποφεύγοντας να την κοιτάξουν. Η ντροπή, η κοινωνική πίεση και η αδυναμία διαφυγής μετατρέπουν την οικονομική αποτυχία σε υπαρξιακή τραγωδία.

Ο Τότσι δεν παρουσιάζει τους ήρωές του ως απλούς ενόχους που τιμωρούνται για τις πράξεις τους. Η τραγωδία τους προκύπτει και από την αδυναμία τους να υπερβούν τις συνήθειες και τις αδυναμίες τους. Η κοινωνία της επαρχιακής Ιταλίας, με τη στενότητα και την καχυποψία της, λειτουργεί ως ασφυκτικό περιβάλλον, χωρίς όμως να αποτελεί τη μοναδική αιτία της πτώσης τους. Οι αδελφοί Γκάμπι συμμετέχουν και οι ίδιοι στην καταστροφή τους, ακριβώς επειδή δεν κατορθώνουν να αντιδράσουν όταν ακόμη υπάρχει χρόνος.

130819.jpg

O Χέρμπερτ Κλάιντ Λιούις.

Wikipedia Commons

Ένα έργο που επανεκτιμήθηκε από την κριτική

Ο Φεντερίγκο Τότσι γεννήθηκε στη Σιένα το 1883 και πέθανε στη Ρώμη το 1920, σε ηλικία μόλις 37 ετών. Σήμερα θεωρείται σημαντική μορφή του ιταλικού λογοτεχνικού μοντερνισμού, δίπλα σε συγγραφείς όπως ο Ίταλο Σβέβο και ο Λουίτζι Πιραντέλο. Η πεζογραφία του εξερευνά την ψυχολογική κρίση, την αδυναμία των ανθρώπων να κατανοήσουν τον εαυτό τους και το αίσθημα ασφυξίας που γεννά ένας κλειστός κοινωνικός κόσμος. Οι «Τρεις σταυροί» εκδόθηκαν το 1920, λίγο πριν από τον θάνατό του.

Το μυθιστόρημα γνώρισε αρχικά σημαντική αποδοχή, αλλά στη συνέχεια υποτιμήθηκε για μεγάλο διάστημα από μέρος της κριτικής, η οποία έδινε μεγαλύτερη έμφαση σε άλλα έργα του συγγραφέα. Τις τελευταίες δεκαετίες, ωστόσο, έχει επανεκτιμηθεί για την καινοτομία του τόσο στη θεματολογία όσο και στη μορφή.

Σε σχετική μελέτη του Πανεπιστημίου της Σιένα, η νεότερη κριτική τοποθέτηση αναδεικνύει τη θέση του έργου ανάμεσα στα σημαντικά μυθιστορήματα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας των αρχών του 20ού αιώνα.

Η επανεκτίμηση αποτυπώθηκε και στην έκδοση της κριτικής επιμέλειας του Λορέντσο Τομμαζίνι το 2024, η οποία εντάχθηκε στην εθνική έκδοση των απάντων του Τότσι. Η μελέτη του αρχειακού υλικού επέτρεψε την ανασύνθεση της ιστορίας του κειμένου και την αποκατάσταση της μορφής του σύμφωνα με τις συγγραφικές επιλογές.

Σε δημοσίευμα της ιταλικής εφημερίδας La Nazione το 2025, η επανέκδοση παρουσιάστηκε ως αφορμή για νέα συζήτηση γύρω από ένα έργο που είχε ήδη θεωρηθεί σημαντικό από τους συγχρόνους του συγγραφέα.

Η σκληρότητα του μυθιστορήματος δεν βρίσκεται μόνο στην κατάληξη της ιστορίας, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ο Τότσι παρακολουθεί την αποσύνθεση των χαρακτήρων. Η γλώσσα του, λιτή και ανελέητη, δεν προσφέρει εύκολη παρηγοριά ούτε μετατρέπει τους ήρωες σε σύμβολα μιας αφηρημένης ηθικής.

Η οικονομική κατάρρευση γίνεται το σημείο όπου αποκαλύπτεται μια βαθύτερη αδυναμία: η αδυναμία να αντιμετωπίσουν τη ζωή ως κάτι που απαιτεί αποφάσεις, ευθύνη και αλλαγή.

Δύο διαφορετικές όψεις της ανθρώπινης αδυναμίας

Η αντιπαραβολή των δύο βιβλίων αναδεικνύει τόσο τις διαφορές τους όσο και την κοινή τους αφετηρία. Στον Λιούις, η κρίση είναι αιφνίδια: ένα γλίστρημα αρκεί για να αποκοπεί ένας άνθρωπος από τον κόσμο που τον προστάτευε. Στον Τότσι, η καταστροφή προετοιμάζεται αργά, μέσα από συσσωρευμένα χρέη, αναβολές και λανθασμένες επιλογές.

Ο πρώτος συγγραφέας τοποθετεί τον ήρωά του απέναντι σε μια απέραντη, αδιάφορη φύση· ο δεύτερος εγκλωβίζει τους δικούς του σε ένα ασφυκτικό κοινωνικό περιβάλλον.

Και στα δύο έργα, ωστόσο, η κοινωνική θέση αποδεικνύεται ανεπαρκής ως ασπίδα απέναντι στην κρίση. Ο Στάντις δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει την ιδιότητά του ως τζέντλεμαν για να σωθεί, όπως και οι αδελφοί Γκάμπι δεν μπορούν να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους μόνο και μόνο επειδή προσπαθούν να κρύψουν την οικονομική τους κατάρρευση.

Η μία ιστορία εξετάζει τη μοναξιά του ατόμου όταν χάνει κάθε εξωτερικό στήριγμα· η άλλη, την αδυναμία μιας οικογένειας να αναγνωρίσει εγκαίρως ότι η ίδια η συμπεριφορά της την οδηγεί στην καταστροφή.

Οι εκδόσεις Ίνδικτος φέρνουν έτσι κοντά δύο έργα που δεν προσφέρουν εύκολες απαντήσεις, αλλά επιμένουν στις αντιφάσεις των ανθρώπων. Το «Άνθρωπος στη θάλασσα» συνδυάζει την αγωνία της επιβίωσης με την ειρωνεία απέναντι στις κοινωνικές συμβάσεις, ενώ οι «Τρεις σταυροί» χαρτογραφούν με σκληρότητα την πορεία από την αυταπάτη στην καταστροφή.

Η αξία τους βρίσκεται στο ότι, παρά την απόσταση που μας χωρίζει από την εποχή τους, εξακολουθούν να μιλούν για γνώριμες εμπειρίες: τον φόβο, την αποτυχία, την απομόνωση και τη δυσκολία να αλλάξουμε όταν η πραγματικότητα απαιτεί να το κάνουμε.