«Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά»: Ο καθηγητής Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης για το νέο του βιβλίο
Ο Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης Αντιπρύτανης Διεθνών Σχέσεων, Εξωστρέφειας, Διά Βίου Μάθησηςκαι Φοιτητικής Μέριμνας, Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
«Η Ελλάδα υπήρξε και παραμένει μέρος ενός ευρύτερου διεθνούς συστήματος», επισημαίνει ο Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης, καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, που μίλησε στο CNN Greece με αφορμή την ελληνική έκδοση του βιβλίου «Διεθνής Ιστορία – 20ός αιώνας και σύγχρονος κόσμος». Από τις σημερινές γεωπολιτικές αναταράξεις και την αμφισβήτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας έως τη θέση της Ελλάδας στον διεθνή χάρτη, ο ιστορικός εξηγεί γιατί η κατανόηση του παρόντος προϋποθέτει γνώση του παρελθόντος.
«Για να κατανοήσουμε πραγματικά την ιστορία της Ελλάδας, πρέπει να γνωρίζουμε όχι μόνο τι συνέβη στο εσωτερικό της, αλλά και τι συνέβαινε στον κόσμο γύρω της», λέει ο Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης, αναδεικνύοντας τη σημασία της διεθνούς ιστορίας για την κατανόηση της ελληνικής και της παγκόσμιας πορείας στον 20ό αιώνα.
Σε μια εποχή κατά την οποία οι πόλεμοι, οι ανταγωνισμοί των μεγάλων δυνάμεων και οι πολιτικές ανακατατάξεις μεταβάλλουν διαρκώς το διεθνές περιβάλλον, η ιστορική γνώση μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο από την καταγραφή γεγονότων: ένα πλαίσιο για την ερμηνεία τους.
«Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία η πληροφορία είναι άφθονη, αλλά η ιστορική κατανόηση δεν είναι πάντοτε αυτονόητη», σημειώνει ο καθηγητής, ο οποίος είχε την επιστημονική επιμέλεια της ελληνικής έκδοσης του πανεπιστημιακού συγγράμματος «Διεθνής Ιστορία – 20ός αιώνας και σύγχρονος κόσμος», των Antony Best, Jussi M. Hanhimäki, Joseph A. Maiolo και Kirsten E. Schulze, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Utopia. Η τέταρτη αναθεωρημένη έκδοση ενσωματώνει νεότερες εξελίξεις, από την άνοδο της Κίνας έως τους πολέμους στην Ουκρανία και τη Γάζα, επιχειρώντας να συνδέσει τη σύγχρονη πραγματικότητα με τις ιστορικές της καταβολές.
Ο Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης επισημαίνει ότι η διεθνής ιστορία μάς βοηθά να διακρίνουμε τις πραγματικές τομές από τις μεταμορφώσεις παλαιότερων φαινομένων, χωρίς να αντιμετωπίζουμε το παρελθόν ως μια μηχανική επανάληψη.
Παράλληλα, εξηγεί πώς οι οικονομικές και κοινωνικές ανασφάλειες, η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και η διάδοση της παραπληροφόρησης συνδέονται με την άνοδο του αυταρχισμού και του εθνικισμού, υπογραμμίζοντας τη σημασία της ιστορικής γνώσης για την κριτική κατανόηση των διεθνών εξελίξεων.

Η συνέντευξη στο CNN Greece
Η διεθνής ιστορία δεν εξετάζει τα γεγονότα αποκλειστικά μέσα από τα όρια των εθνικών κρατών, αλλά αναζητά τις αλληλεπιδράσεις και τις δυνάμεις που διαμορφώνουν τον κόσμο. Τι αλλάζει σε αυτή την οπτική για τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον 20ό αιώνα και τη θέση της Ελλάδας μέσα σε αυτόν;
Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης: Η σημαντικότερη αλλαγή είναι ότι η διεθνής ιστορία μάς καλεί να υπερβούμε τα στενά όρια της εθνικής αφήγησης και να αντιληφθούμε την ιστορία ως ένα πλέγμα αλληλεπιδράσεων, ανταγωνισμών, μετακινήσεων και αλληλεξαρτήσεων. Τα κράτη εξακολουθούν να αποτελούν βασικούς πρωταγωνιστές, αλλά δεν δρουν σε ένα κενό. Οι αποφάσεις τους επηρεάζονται από τους διεθνείς συσχετισμούς ισχύος, την παγκόσμια οικονομία, τις ιδεολογικές συγκρούσεις, την τεχνολογική εξέλιξη και τις κοινωνικές μεταβολές.
Αυτή η προσέγγιση είναι ιδιαίτερα σημαντική για την κατανόηση του 20ού αιώνα, μιας περιόδου κατά την οποία ο κόσμος γνώρισε δύο παγκόσμιους πολέμους, την άνοδο και την κατάρρευση αυτοκρατοριών, την επικράτηση ολοκληρωτικών καθεστώτων, την αποαποικιοποίηση, τον Ψυχρό Πόλεμο και τη διαμόρφωση ενός νέου, ολοένα και περισσότερο αλληλεξαρτώμενου διεθνούς συστήματος. Κανένα από αυτά τα φαινόμενα δεν μπορεί να ερμηνευθεί επαρκώς αποκλειστικά μέσα από την ιστορία ενός μόνο κράτους.
Για την Ελλάδα, ειδικότερα, η διεθνής ιστορία προσφέρει ένα εξαιρετικά γόνιμο ερμηνευτικό πλαίσιο. Η Μικρασιατική Καταστροφή, η συμμετοχή της χώρας στον Α΄αλλά και στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Κατοχή και η Αντίσταση, ο Εμφύλιος Πόλεμος, η ένταξη στο ΝΑΤΟ, η δικτατορία και η αποκατάσταση της δημοκρατίας, καθώς και η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, δεν αποτελούν απομονωμένα κεφάλαια της εθνικής μας ιστορίας. Συνδέονται άμεσα με ευρύτερες διεθνείς εξελίξεις, με τις επιλογές των Μεγάλων Δυνάμεων και με τη μεταβαλλόμενη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο.
Θα έλεγα, μάλιστα, ότι αυτή η οπτική μάς βοηθά να ξεπεράσουμε δύο εξίσου προβληματικές προσεγγίσεις: από τη μία πλευρά, την αντίληψη ότι η Ελλάδα είναι απλώς παθητικός αποδέκτης των αποφάσεων των ισχυρών και, από την άλλη, την τάση να ερμηνεύουμε την ιστορική της πορεία αποκλειστικά μέσα από τις δικές της εσωτερικές αντιφάσεις. Η Ελλάδα υπήρξε και παραμένει μέρος ενός ευρύτερου διεθνούς συστήματος, μέσα στο οποίο οι επιλογές της επηρεάζονται από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά ταυτόχρονα συμβάλλουν στη διαμόρφωσή του.
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα της διεθνούς ιστορίας: για να κατανοήσουμε πραγματικά την ιστορία της Ελλάδας, πρέπει να γνωρίζουμε όχι μόνο τι συνέβη στο εσωτερικό της, αλλά και τι συνέβαινε στον κόσμο γύρω της.
Η τέταρτη έκδοση του βιβλίου ενσωματώνει εξελίξεις όπως η άνοδος της Κίνας, η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην αμερικανική πολιτική και οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Γάζα. Σε ποιον βαθμό οι σημερινές διεθνείς κρίσεις αποτελούν ρήξη με τη μεταψυχροπολεμική τάξη και σε ποιον βαθμό αναβιώνουν ανταγωνισμούς που ο 20ός αιώνας δεν έλυσε ποτέ;
Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης: Θεωρώ ότι συμβαίνουν και τα δύο. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια βαθιά μεταβολή της διεθνούς τάξης που διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αλλά ταυτόχρονα παρακολουθούμε την επανεμφάνιση ανταγωνισμών και αντιλήψεων που δεν εξαφανίστηκαν ποτέ πραγματικά. Μετά το 1989–1991, επικράτησε σε σημαντικό τμήμα του δυτικού κόσμου η προσδοκία ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία, η οικονομική αλληλεξάρτηση και οι διεθνείς θεσμοί θα οδηγούσαν σταδιακά σε έναν περισσότερο ειρηνικό και προβλέψιμο κόσμο. Η παγκοσμιοποίηση θεωρήθηκε ότι θα περιόριζε τη σημασία των συνόρων, ενώ η ενίσχυση του διεθνούς εμπορίου θα καθιστούσε το κόστος των πολεμικών συγκρούσεων απαγορευτικό.
Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών όμως έχουν ανατρέψει πολλές από αυτές τις προσδοκίες. Άλλωστε ήδη από τις αρχές κιόλας του 21 ου αιώνα, η έξαρση της διεθνούς τρομοκρατίας διέλυσε την αυτάρεσκη αντίληψη περί «του τέλους της ιστορίας» αναδεικνύοντας μια σειρά από ασύμμετρες απειλές οι οποίες δυστυχώς παραμένουν ακόμη ενεργές. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία πάλι υπενθύμισε ότι η στρατιωτική ισχύς, οι εδαφικές διεκδικήσεις και η επιδίωξη διατήρησης ή δημιουργίας σφαιρών επιρροής εξακολουθούν να αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες της διεθνούς πολιτικής. Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή ανέδειξαν, με τη σειρά τους, τη διαχρονικότητα του Παλαιστινιακού Ζητήματος, τα αδιέξοδα της περιφερειακής ασφάλειας καθώς και τα όρια της διεθνούς διπλωματίας. Παράλληλα, η άνοδος της Κίνας έχει μεταβάλλει τις ισορροπίες ισχύος, καθώς η οικονομική της ανάπτυξη συνοδεύεται από αυξανόμενες τεχνολογικές, στρατιωτικές και γεωπολιτικές φιλοδοξίες.
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην αμερικανική προεδρία, το 2025, προσέθεσε μια ακόμη διάσταση σε αυτή τη μεταβολή. Η αυξανόμενη έμφαση στην εθνική κυριαρχία, στις διμερείς διαπραγματεύσεις, συχνά μάλιστα μέσω διαύλων που δε συνάδουν με τη διπλωματική πρακτική, στον οικονομικό παρεμβατισμό και στην αναθεώρηση παραδοσιακών συμμαχικών δεσμεύσεων θέτουν ερωτήματα αυξάνοντας τον προβληματισμό για τη μελλοντική λειτουργία της διεθνούς φιλελεύθερης τάξης. Ταυτόχρονα, αναδεικνύουν ένα ευρύτερο φαινόμενο: την αμφισβήτηση της αντίληψης ότι η διεθνής συνεργασία και οι πολυμερείς θεσμοί αποτελούν πάντοτε την προτιμότερη επιλογή για την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων.
Ωστόσο, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι όλα αυτά συνιστούν μια εντελώς πρωτόγνωρη κατάσταση. Ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων, ο εθνικισμός, η εργαλειοποίηση της ιστορίας και η αμφισβήτηση των διεθνών κανόνων υπήρξαν σταθερά χαρακτηριστικά του 20ού αιώνα και όχι μόνο. Εκείνο που είχε αλλάξει βέβαια είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτά εκδηλώνονται: η πυρηνική αποτροπή, η ψηφιακή τεχνολογία, η τεχνητή νοημοσύνη, η ενεργειακή εξάρτηση και η παγκόσμια οικονομική διασύνδεση προσδίδουν στους ανταγωνισμούς νέες μορφές και μεγαλύτερη πολυπλοκότητα.
Το ουσιαστικό δίδαγμα είναι ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά, αλλά ούτε και ξεκινά από την αρχή σε κάθε νέα κρίση. Έτσι οι σημερινές εξελίξεις αποκτούν το πραγματικό τους νόημα όταν τις εξετάζουμε υπό το φως των ιστορικών τους καταβολών, χωρίς όμως να αγνοούμε τις ιδιαιτερότητες του σύγχρονου κόσμου.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η επικαιρότητα ενός έργου διεθνούς ιστορίας: μας βοηθά να διακρίνουμε τι είναι πραγματικά νέο και τι αποτελεί μετασχηματισμό παλαιότερων φαινομένων. Και αυτή η διάκριση είναι απαραίτητη, αν θέλουμε να κατανοήσουμε τις κρίσεις αντί απλώς να αντιδρούμε σε αυτές.

Ο Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Το βιβλίο εξετάζει την παγκόσμια πολιτική όχι μόνο μέσα από τις διπλωματικές σχέσεις και τις στρατιωτικές συγκρούσεις, αλλά και μέσα από ιδεολογικούς, οικονομικούς και πολιτισμικούς παράγοντες. Πόσο σημαντικό είναι να συνδέουμε αυτές τις διαφορετικές διαστάσεις για να κατανοήσουμε την άνοδο του αυταρχισμού, τον εθνικισμό και την αμφισβήτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας σήμερα;
Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης: Είναι απολύτως απαραίτητο. Η πολιτική δεν εξελίσσεται ανεξάρτητα από την κοινωνία, την οικονομία και τον πολιτισμό. Αν επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε την άνοδο του αυταρχισμού ή την ενίσχυση του εθνικισμού αποκλειστικά μέσα από τις αποφάσεις πολιτικών ηγετών, θα κατανοήσουμε μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας.
Η ιστορία του 20ού αιώνα προσφέρει πολλά παραδείγματα. Η άνοδος του φασισμού και του ναζισμού δεν μπορούν να εξηγηθούν χωρίς την κρίση των φιλελεύθερων θεσμών, τις κοινωνικές αναταράξεις, τις οικονομικές συνέπειες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τη Μεγάλη Ύφεση και τον φόβο της κοινωνικής επανάστασης. Αντίστοιχα, ο Ψυχρός Πόλεμος δεν ήταν μόνο μια στρατιωτική και διπλωματική αντιπαράθεση μεταξύ δύο υπερδυνάμεων. Ήταν συγχρόνως σύγκρουση ιδεολογιών, οικονομικών συστημάτων, πολιτικών προτύπων και διαφορετικών αντιλήψεων για την κοινωνική οργάνωση.
Ανάλογη πολυπλοκότητα χαρακτηρίζει και τη σημερινή συγκυρία. Η οικονομική ανασφάλεια, οι κοινωνικές ανισότητες, η αίσθηση της απώλειας του ελέγχου απέναντι στις παγκόσμιες μεταβολές, οι μεταναστευτικές ροές και η κρίση εμπιστοσύνης προς τους παραδοσιακούς πολιτικούς θεσμούς δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη εθνικιστικών και αυταρχικών πολιτικών προτάσεων. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η ψηφιακή διάδοση της παραπληροφόρησης μπορούν -και δυστυχώς το κάνουν- να ενισχύσουν αυτές τις τάσεις, διαμορφώνοντας κλειστές κοινότητες πληροφόρησης οξύνοντας αναπόφευκτα τις κοινωνικές αντιπαραθέσεις.
Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή: δεν οδηγεί κάθε οικονομική κρίση στον αυταρχισμό, ούτε κάθε μορφή εθνικής ταυτότητας στον εθνικισμό. Οι ιστορικές εξελίξεις εξαρτώνται από τη συνάντηση πολλών παραγόντων, από τις πολιτικές επιλογές και από την ανθεκτικότητα των θεσμών. Γι’ αυτό και η ιστορική ανάλυση οφείλει να αποφεύγει τις εύκολες γενικεύσεις.
Θα ήθελα εδώ να υπογραμμίσω και κάτι ακόμη. Η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα σύστημα εκλογών. Προϋποθέτει ανεξάρτητη δικαιοσύνη, ελευθερία του Τύπου, προστασία των δικαιωμάτων, σεβασμό της διαφορετικής άποψης και ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών. Η αποδυνάμωση αυτών των προϋποθέσεων μπορεί να συντελεστεί σταδιακά, ακόμη και όταν οι τυπικές δημοκρατικές διαδικασίες εξακολουθούν να λειτουργούν.
Η ιστορία, επομένως, δεν αποτελεί μόνο μέσο κατανόησης του παρελθόντος. Μας προσφέρει εργαλεία για να αναγνωρίζουμε τις διαδικασίες που διαμορφώνουν το παρόν και να αξιολογήσουμε με μεγαλύτερη νηφαλιότητα τις πολιτικές επιλογές του μέλλοντος. Η σύνδεση της πολιτικής με την οικονομία, την ιδεολογία και τον πολιτισμό μάς επιτρέπει να περάσουμε από την απλή περιγραφή των γεγονότων στην ερμηνεία των αιτίων τους. Και αυτή ακριβώς είναι η διαφορά ανάμεσα στην ενημέρωση για τη διεθνή επικαιρότητα και στην ουσιαστική κατανόησή της.
Η ελληνική έκδοση μεταφέρει στο ελληνόφωνο κοινό ένα διεθνώς καθιερωμένο πανεπιστημιακό σύγγραμμα, στην τέταρτη αναθεωρημένη εκδοχή του. Ως επιστημονικός επιμελητής, ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις αυτής της έκδοσης και τι μπορεί να προσφέρει ένα τέτοιο έργο όχι μόνο στους φοιτητές Ιστορίας, αλλά και στον αναγνώστη που θέλει να κατανοήσει τις διεθνείς εξελίξεις πέρα από την καθημερινή ειδησεογραφία;
Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης: Η επιστημονική επιμέλεια της ελληνικής έκδοσης του έργου Διεθνής Ιστορία: 20ός αιώνας και σύγχρονος κόσμος, των Antony Best, Jussi M. Hanhimäki, Joseph A. Maiolo και Kirsten E. Schulze, αποτέλεσε για μένα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και απαιτητική εργασία. Πρόκειται για ένα πανεπιστημιακό σύγγραμμα με διεθνή παρουσία, το οποίο στην τέταρτη αναθεωρημένη έκδοσή του επιχειρεί να παρουσιάσει την ιστορία του σύγχρονου κόσμου με τρόπο συνθετικό, αναδεικνύοντας τόσο τις μεγάλες ιστορικές τομές όσο και τις μακροχρόνιες διαδικασίες που τις διαμόρφωσαν.
Η πρώτη πρόκληση ήταν η απόδοση στην ελληνική γλώσσα ενός σύνθετου επιστημονικού λεξιλογίου. Η διεθνής ιστορία περιλαμβάνει έννοιες από την πολιτική επιστήμη, τις διεθνείς σχέσεις, την οικονομία και τις πολιτισμικές σπουδές. Η μετάφρασή τους απαιτεί ακρίβεια, συνέπεια και ευαισθησία απέναντι στις διαφορετικές επιστημονικές παραδόσεις. Δεν αρκεί να αποδώσουμε σωστά μια λέξη· πρέπει να διασφαλίσουμε ότι μεταφέρουμε με σαφήνεια και το εννοιολογικό της περιεχόμενο. Και σε αυτό το σημείο θέλω να εξάρω την μεταφραστική δουλειά του Διομήδη Πηγή καθώς και τη συνολική επιμέλεια της έκδοσης από τον εκδοτικό οίκο Utopia Publishing.
Μια δεύτερη πρόκληση ήταν η διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στην επιστημονική πληρότητα και την αναγνωσιμότητα. Ένα σύγγραμμα αυτού του εύρους και όγκου απευθύνεται πρωτίστως στις φοιτήτριες και στους φοιτητές, αλλά δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο σε αυτούς. Ο αναγνώστης οφείλει να μπορεί να παρακολουθήσει την ιστορική επιχειρηματολογία, να κατανοήσει τις σχέσεις αιτίου και αποτελέσματος και να αντιληφθεί τη σύνδεση ανάμεσα στα γεγονότα που συχνά παρουσιάζονται αποσπασματικά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, επίσης, η επικαιροποίηση της ιστορικής αφήγησης. Η τέταρτη διεθνής έκδοση ενσωματώνει εξελίξεις που μεταβάλλουν την αντίληψή μας για τον σύγχρονο κόσμο. Η άνοδος της Κίνας, οι μεταβολές στην αμερικανική πολιτική, οι πολεμικές συγκρούσεις και η αμφισβήτηση της διεθνούς τάξης υπενθυμίζουν ότι η ιστορική γνώση δεν είναι ένα κλειστό σύνολο πληροφοριών για γεγονότα που έχουν παρέλθει. Είναι ένα δυναμικό εργαλείο ερμηνείας ενός κόσμου που συνεχώς μεταβάλλεται.
Για μένα, όμως, η μεγαλύτερη αξία της ελληνικής έκδοσης βρίσκεται στο γεγονός ότι προσφέρει στο ελληνόφωνο κοινό τη δυνατότητα να προσεγγίσει τη διεθνή ιστορία ως ένα ενιαίο πεδίο γνώσης. Οι φοιτήτριες και οι φοιτητές Ιστορίας μπορούν να διευρύνουν τον ορίζοντα των σπουδών τους, να συνδέσουν την εθνική ιστορία με τις παγκόσμιες εξελίξεις και να εξοικειωθούν με συγκριτικές και διακρατικές προσεγγίσεις. Παράλληλα, οι φοιτήτριες και οι φοιτητές άλλων επιστημονικών πεδίων, οι εκπαιδευτικοί, οι δημοσιογράφοι και κάθε ενδιαφερόμενος πολίτης μπορούν να αποκτήσουν ένα στέρεο πλαίσιο για να κατανοήσουν τη διεθνή πραγματικότητα.
Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία η πληροφορία είναι άφθονη, αλλά η ιστορική κατανόηση δεν είναι πάντοτε αυτονόητη. Καθημερινά ενημερωνόμαστε για πολέμους, εκλογές, διπλωματικές κρίσεις και οικονομικές ανακατατάξεις. Συχνά, όμως, δεν διαθέτουμε τον χρόνο ή τα απαραίτητα ερμηνευτικά εργαλεία για να αναζητήσουμε τις βαθύτερες αιτίες τους, να εντοπίσουμε τις ιστορικές συνέχειες και να διακρίνουμε τις πραγματικές τομές από τις πρόσκαιρες εντυπώσεις.
Ένα έργο όπως αυτό βοηθά ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση. Δεν προσφέρει έτοιμες απαντήσεις για κάθε σύγχρονο πρόβλημα, ούτε φιλοδοξεί να προβλέψει με βεβαιότητα το μέλλον. Προσφέρει, όμως, κάτι ίσως σημαντικότερο: ένα συστηματικό πλαίσιο γνώσης, μέσα από το οποίο μπορούμε να θέτουμε καλύτερα ερωτήματα και να αξιολογούμε κριτικά τις πληροφορίες που δεχόμαστε.
Θα ήθελα, τέλος, να επισημάνω ότι η έκδοση ενός τέτοιου έργου στα ελληνικά έχει και μια ευρύτερη εκπαιδευτική και πολιτισμική σημασία. Η πρόσβαση σε σημαντικά διεθνή επιστημονικά έργα στη γλώσσα μας ενισχύει την πανεπιστημιακή διδασκαλία, εμπλουτίζει τον δημόσιο διάλογο και διευρύνει τις δυνατότητες ουσιαστικής συμμετοχής της ελληνικής ακαδημαϊκής κοινότητας στη διεθνή επιστημονική συζήτηση.
Αν έπρεπε να συνοψίσω τον σκοπό αυτής της έκδοσης σε μία φράση, θα έλεγα ότι στόχος της είναι να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τον κόσμο όχι ως μια διαδοχή ασύνδετων γεγονότων, αλλά ως μια ιστορική διαδικασία της οποίας αποτελούμε και εμείς μέρος. Και πιστεύω ότι αυτή η ικανότητα είναι σήμερα περισσότερο αναγκαία από ποτέ.
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Από τον Στίβεν Κινγκ, στον Αντώνη Τουμανίδη: Τρία βιβλία για τη βία πίσω από την κανονικότητα
Bookreads: «Μόνο μίσος» - Το graphic novel του Θανάση Πέτρου για μια χώρα διχασμένη
Bookreads: Η «Υφάντρα» Μαρία Ξυλούρη και η μοίρα που φτιάχνουμε με τα ίδια μας τα χέρια
Ληστές πυροβόλησαν σεκούριτι σε εταιρία στη Λάρισα - Ανθρωποκυνηγητό για τον εντοπισμό τους
09:57
Great Greek Wines 2027: Mια νέα αντίληψη για την πρόοδο του ελληνικού κρασιού
09:48
Πώς ξεσκεπάστηκε η «αμαρτωλή» ΜΚΟ: Μόνο 1 εκατ. ευρώ πήγε σε άρρωστα παιδιά - Πώς δρούσε
09:45
Διπλή μόνιμη ενίσχυση για τους συνταξιούχους – Επίδομα των 400 ευρώ και αυξήσεις το 2027
09:43