ΚΟΣΜΟΣ

Εκλογές Γερμανία - Exit Poll: Μάχη «στήθος με στήθος» Σοσιαλδημοκρατών και Χριστιανοδημοκρατών

(AP Photo/Michael Probst)

Απόλυτη ισοπαλία Σοσιαλδημοκρατών (SPD) και Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών (CDU/CSU) στο 25% δείχνουν τα πρώτα exit poll, τα οποία ανακοινώθηκαν στις 19:00 το απόγευμα της Κυριακής από το πρώτο κανάλι της γερμανικής τηλεόρασης ARD, στις πλέον αμφίρροπες βουλευτικές εκλογές που λαμβάνουν χώρα στη Γερμανία.

Τρίτο έρχεται το κόμμα των Πρασίνων με ποσοστό 15% ενώ ακολουθούν οι Φιλελεύθεροι (FDP) και η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) με ποσοστό 11% έκαστο. Η Αριστερά (Die Linke) συγκεντρώνει ποσοστό 5%.

Την ίδια ώρα, το ZDF δίνει προβάδισμα δύο μονάδων στο Σοσιαλιστικό Κόμμα (SPD). Σύμφωνα με την πρόγνωση του καναλιού, το SPD εξασφαλίζει 26% έναντι 24% της Χριστιανικής Ένωσης.

Η πρώτη αυτή πρόγνωση αποτελέσματος αποτυπώνει το θρίλερ, το οποίο έδειχναν μέχρι σήμερα όλες οι δημοσκοπήσεις που διενεργήθηκαν προεκλογικά, στις οποίες τα δύο μεγάλα κόμματα βρίσκονταν πολύ κοντά το ένα με το άλλο.

Σημειώνεται ότι στην πρώτη εκτίμηση αποτελέσματος δεν προσμετράται η επιστολική ψήφος, την οποία επέλεξαν φέτος πολλοί Γερμανοί πολίτες -ανάμεσά τους και η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ. Έτσι, το τοπίο σε ό,τι αφορά στον νικητή δεν αναμένεται να ξεκαθαρίσει παρά αργά το βράδυ στην καλύτερη περίπτωση.

Αισιόδοξοι για τη νίκη οι Σοσιαλδημοκράτες

Αισιοδοξία επικρατεί μεταξύ των Σοσιαλδημοκρατών για το αποτέλεσμα του εκλογικού θρίλερ στη Γερμανία.

Ο ηγέτης του SPD Όλαφ Σολτς δήλωσε πως είναι σαφές ότι οι ψηφοφόροι τον θέλουν ως καγκελάριο. «Τώρα περιμένουμε τα τελικά αποτελέσματα και μετά αρχίζουμε τη δουλειά» δήλωσε, υπό τις επευφημίες των υποστηρικτών του.

«Είμαι πολύ ευχαριστημένος που οι πολίτες αυτής της χώρας ψήφισαν με τον τρόπο που ψήφισαν. Αποφάσισαν ότι το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα τα πάει καλύτερα εδώ και πάρα πολύ καιρό και αυτό είναι πραγματική επιτυχία.

»Θα είναι μια μακρά εκλογική βραδιά, αυτό είναι σίγουρο, αλλά κάτι άλλο που είναι σίγουρο είναι ότι πολλοί πολίτες ψήφισαν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα γιατί θέλουν μια αλλαγή στην διακυβέρνηση και θέλουν ο καγκελάριος να είναι ο Όλαφ Σολτς.

»Καθώς βγαίνουν τα αποτελέσματα των exit poll βλέπουμε ότι λαμβάνουμε μεγάλη στήριξη από τους πολίτες αυτής της χώρας και αυτό είναι η εντολή που μας δίνεται για να διασφαλίσουμε ότι ό,τι είπαμε στην προεκλογική μας εκστρατεία, όλες μας οι προτάσεις, θα υλοποιηθούν. Σε αυτό το σημείο αφήστε με να σας ευχαριστήσω. Ευχαριστώ τους πολίτες που ψήφισαν εμένα, εμάς, και έχουμε αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα».

«Έχουμε εντολή να κυβερνήσουμε και ο Όλαφ Σολτς να γίνει Καγκελάριος», δήλωσε ο Γενικός Γραμματέας του SPD Λαρς Κλινγκμπάιλ, αναφερόμενος στην πρόγνωση αποτελέσματος που δίνει στο κόμμα του προβάδισμα δύο μονάδων έναντι των CDU/CSU.

Πάντως, ο Όλαφ Σολτς αντιμετωπίζει ακόμη το ενδεχόμενο διαπραγματεύσεων που μπορεί να κρατήσουν μήνες για την εξασφάλιση κυβερνητικού συνασπισμού, με τον κύριο αντίπαλό του, τον ηγέτη των Χριστιανοδημοκρατών Άρμιν Λέσετ, να επιμένει ότι θα προσπαθήσει να ηγηθεί της επόμενης κυβέρνησης.

Λάσετ: Δεν είμαστε ευχαριστημένοι με αυτά τα αποτελέσματα

Στην πρώτη του εμφάνιση μετά το κλείσιμο των εκλογικών κέντρων, ο Άρμιν Λάσετ έδειξε αισιόδοξος για τη νίκη, λέγοντας ότι ακόμα το αποτέλεσμα δεν είναι σαφές και πως θα είναι μια μακρά βραδιά, ενώ ευχαρίστησε την Άνγκελα Μέρκελ.

«Σήμερα είναι μια ασυνήθιστη εκλογική βραδιά. Για πρώτη φορά εδώ και 16 χρόνια, η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ δεν είναι υποψήφια για την καγκελαρία. Δεκαέξι πολύ καλά χρόνια για την Γερμανία και για το λόγο αυτό θέλω να ευχαριστήσω την Άνγκελα Μέρκελ.

Ήταν σαφές σε εμάς ότι χωρίς εκείνη δίπλα μας, θα ήταν ένας πολύ σκληρός προεκλογικός αγώνας, θα ήταν μάχη στήθος με στήθος και αυτό ακριβώς συνέβη. Αυτή την βραδιά βιώνουμε μια ασυνήθιστη κατάσταση, ακόμα δεν έχουμε αξιόπιστους αριθμούς, αξιόπιστα αποτελέσματα.

Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι δεν είμαστε ευχαριστημένοι με αυτά τα αποτελέσματα και το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών είναι ασαφές. Θα είναι μια μακρά νύχτα», τόνισε.

Μεγάλη συμμετοχή των Γερμανών ψηφοφόρων

H συμμετοχή των Γερμανών στις σημερινές βουλευτικές εκλογές ήταν μεγάλη, όπως έδειξαν τα πρώτα στοιχεία που ανακοίνωσε το Κεντρικό Εκλογικό Γραφείο. Σύμφωνα με τον ενδιάμεσο υπολογισμό, στα περισσότερα κρατίδια διαπιστώθηκε ελαφρώς υψηλότερη συμμετοχή των ψηφοφόρων από ό,τι στις προηγούμενες εκλογές, το 2017, όταν ψήφισε το 76,2% των δικαιούχων.

Επικρατέστεροι διάδοχοι τις Άνγκελα Μέρκελ στο αξίωμα της καγκελαρίου είναι ο Σοσιαλδημοκράτης Όλαφ Σολτς και ο Χριστιανοδημοκράτης Άρμιν Λάσετ.

Ερώτημα δημιουργήθηκε για το αν θα μετρήσει η ψήφος του υποψήφιου καγκελάριου Άρμιν Λάσετ, ο οποίος κατά την άσκηση νωρίτερα σήμερα του εκλογικού του δικαιώματος στο 'Ααχεν, δίπλωσε το ψηφοδέλτιο κατά τρόπο ώστε να φαίνεται τι είχε ψηφίσει, κάτι που απαγορεύεται.

Η Κεντρική Εφορευτική Επιτροπή ανακοίνωσε εν τέλει ότι η ψήφος του θα μετρηθεί κανονικά ως έγκυρη, παρά το γεγονός ότι συνιστά «παραβίαση του απορρήτου της ψηφοφορίας».

Δύσκολος προεκλογικός αγώνας

Προηγήθηκε ένας προεκλογικός αγώνας πολύ αμφίρροπος, με τα δύο μεγάλα κόμματα να βρίσκονται πολύ κοντά στις δημοσκοπήσεις μέχρι και την τελευταία εβδομάδα.

Μέχρι πρόσφατα προηγούνταν ελαφρώς οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) με ποσοστό 25% και ακολουθούσαν οι Χριστιανοδημοκράτες / Χριστιανοκοινωνιστές CDU/CSU μεταξύ του 21% και του 23%, με την ποσοστιαία διαφορά των δύο πολιτικών δυνάμεων, όμως, να κινείται εντός του «στατιστικού λάθους».

Για πρώτη φορά στην ιστορία τους, οι Πράσινοι έχουν υποψήφιο για την καγκελαρία στις φετινές εκλογές, όμως η Αναλένα Μπέρμποκ είδε τη δημοτικότητά της να μειώνεται και το κόμμα αναμένεται να βρεθεί στην τρίτη θέση, με ποσοστό περίπου 17%.

Πρόκειται για ιστορικό ποσοστό για τους Πράσινους, οι οποίοι μέχρι τώρα δεν είχαν ξεπεράσει το όριο του 10% παρά μόνο το 2009. Όμως ενδέχεται να υπάρξει απογοήτευση στο κόμμα, καθώς τον Απρίλιο εμφανιζόταν πρώτο στις προθέσεις ψήφου.

Μαραθώνιος διερευνητικών επαφών

Μετά την ανακοίνωση των πρώτων exit poll, θα ακολουθήσει ένας μαραθώνιος διερευνητικών επαφών από τις οποίες θα αναδειχθεί το επόμενο κυβερνητικό σχήμα.

Μετά το κλείσιμο των καλπών, οι ηγέτες των κομμάτων που θα εξασφαλίσουν την είσοδό τους στο κοινοβούλιο θα δώσουν συνέντευξη στην τηλεόραση για τον «Γύρο των Ελεφάντων» (Elefantenrunde), στην οποία θα προσπαθήσουν να ερμηνεύσουν τα εκλογικά αποτελέσματα και θα δοθούν οι πρώτες ενδείξεις για τις κυβερνητικές συμμαχίες που έρχονται.

Συνήθως, ο υποψήφιος καγκελάριος του κόμματος με τις περισσότερες έδρες ξεκινά συνομιλίες με τους ηγέτες των κομμάτων με τα οποία θέλει να συνεργαστεί. Ωστόσο, δεν είναι υποχρεωτικό ο καγκελάριος να προέρχεται από το μεγαλύτερο κόμμα.

Καθώς φαίνεται, θα χρειαστούν μακρές διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό του επόμενου κυβερνητικού συνασπισμού, ο οποίος σύμφωνα με αναλυτές μάλλον θα χρειάζεται να περιλαμβάνει τρία κόμματα, κάτι που δεν έχει συμβεί στη Γερμανία από τη δεκαετία του 1950.

Η 67χρονη Μέρκελ ίσως χρειαστεί να παραμείνει επικεφαλής της Γερμανίας ως το τέλος του έτους.

Αλλαγή πολιτικής και πιθανά σενάρια

Σε σύγκριση με τις προηγούμενες εκλογές το 2017 και το 2013, υπάρχουν «πολύ περισσότερες πιθανότητες σημαντικής αλλαγής στη γερμανική πολιτική και ατζέντα μετά τις εκλογές», σύμφωνα με τον Pepijn Bergsen, ερευνητή που παρακολουθεί τη χώρα για το διεθνές think tank Chatham House.

Τα πιο πιθανά σενάρια για τον σχηματισμό του νέου κυβερνητικού συνασπισμού θέλουν όποιο κερδίσει την πρώτη θέση μεταξύ του SPD και του CDU να σχηματίζει κυβέρνηση με τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες (FDP).

Οι Πράσινοι επιθυμούν να συμμετάσχουν στον μελλοντικό κυβερνητικό συνασπισμό, κατά προτίμηση με το SPD.

Η Αριστερά (Die Linke) φαίνεται επίσης έτοιμη να συμμετάσχει στην κυβέρνηση, αλλά μάλλον πρέπει πρώτα να αλλάξει θέση όσον αφορά το ΝΑΤΟ.

Το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), που εισήλθε για πρώτη φορά στη Μπούντεσταγκ πριν τέσσερα χρόνια, αναμένεται να εδραιωθεί στο πολιτικό τοπίο, συγκεντρώνοντας περίπου το 10%, πάντως κανένα κόμμα δεν προτίθεται να το συμπεριλάβει στον κυβερνητικό συνασπισμό.

Οι υποψήφιοι διάδοχοι Μέρκελ

Όλαφ Σολτς (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα SPD)

Michael Kappeler/Pool via AP

Ο Όλαφ Σολτς θα ήταν ο ιδανικός υποψήφιος Καγκελάριος για το... Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU/CSU). Αυτή ήταν ίσως μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες και η άποψη του δικού του κόμματος, των Σοσιαλδημοκρατών (SPD). Την επόμενη Κυριακή όμως, ο... «Μέρκελ του SPD» είναι πολύ πιθανό να πανηγυρίσει τη νίκη, πετυχαίνοντας μια από τις πιο θεαματικές «νεκραναστάσεις» στην γερμανική πολιτική ιστορία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ανταποκρίτρια του ΑΠΕ-ΜΠΕ στο Βερολίνο, Φ.Καραβίτη.

Οι φήμες λένε ότι μετά τις εκλογές του 2017, όταν σχηματιζόταν η κυβέρνηση CDU/CSU-SPD, η Άνγκελα Μέρκελ συμφώνησε να δοθεί το υπουργείο Οικονομικών στον «μικρό» εταίρο μόνο επειδή τη θέση θα αναλάμβανε ο Όλαφ Σολτς, τον οποίο γνώριζε καλά από την πρώτη συγκυβέρνηση με τους Σοσιαλδημοκράτες. Σε εκείνη την κυβέρνηση ο κ. Σολτς συμμετείχε ως υπουργός Εργασίας. Πόσα κοινά είχε αλήθεια ο κ. Σολτς με τον προκάτοχό του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε; Όχι πολλά. Πίστευε όμως κι αυτός στους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, στα «νοικοκυρεμένα» δημοσιονομικά και στις περιορισμένες δημόσιες δαπάνες. Εγγυάτο, με άλλα λόγια, ότι όσα μάζευε τα προηγούμενα χρόνια ο κ. Σόιμπλε δεν θα τα σκόρπιζε το SPD.

Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς που ο Όλαφ Σολτς δεν κατάφερε το 2018 να εκλεγεί αρχηγός του κόμματός του, αλλά έχασε από το αριστερό δίδυμο των Σάσκια Έσκεν και Νόρμπερτ Βάλτερ-Μπόργιανς. Το SPD, με προτάσεις όπως για κατάργηση της ιδιοκτησίας στα ακίνητα, βάδιζε ολοταχώς προς τα μονοψήφια νούμερα. Η διαπίστωση αυτή, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη δημοτικότητα του κ. Σολτς και την ικανότητά του για διείσδυση σε άλλους πολιτικούς χώρους, κατέστησε την επιλογή του ως υποψηφίου καγκελάριου σχεδόν μονόδρομο. Οι Σοσιαλδημοκράτες τον επέλεξαν μάλιστα ήδη από το προηγούμενο καλοκαίρι, αποφεύγοντας τις εσωκομματικές κρίσεις και τα δράματα.

Η πανδημία ήρθε να ενισχύσει περαιτέρω το προφίλ του αποτελεσματικού και ευέλικτου διαχειριστή, όταν εισηγήθηκε πακέτα βοήθειας χωρίς προηγούμενο, προκειμένου να προστατεύσει επιχειρήσεις και εργαζόμενους. Η δε ευκολία του να δανείζεται για πρώτη φορά από τις αγορές και ταυτόχρονα να σχεδιάζει την αποπληρωμή των δανείων έδειξε ότι μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις ανάγκες των καιρών και σε αυτές του μέλλοντος. Ο πραγματισμός αποτελεί ούτως ή άλλως το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του Όλαφ Σολτς, μαζί με την παροιμιώδη ηρεμία, η οποία έχει αποδειχτεί ότι δεν χάνεται υπό οποιεσδήποτε συνθήκες πίεσης. Ούτε καν όταν το υπουργείο του βρίσκεται -προεκλογικά- να ελέγχεται για προβλήματα στη λειτουργία της υπηρεσίας καταπολέμησης του μαύρου χρήματος.

Ανεξάρτητα από την έκβαση των εκλογών, η ανέλπιστη ανάδειξη του SPD σε φαβορί αυτής της αναμέτρησης έχει να κάνει περισσότερο με το προφίλ του Όλαφ Σολτς παρά με το ίδιο το κόμμα. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι τα ηγετικά στελέχη έχουν εξαφανιστεί από την προεκλογική εκστρατεία, υπό τον φόβο του λάθους που θα μπορούσε να κοστίσει τη νίκη -μια νίκη που πριν από λίγες εβδομάδες έμοιαζε απίθανη. 'Αλλωστε ο κ. Σολτς κέρδιζε τους δύο αντιπάλους του, τον 'Αρμιν Λάσετ και την Αναλένα Μπέρμποκ, στην απευθείας επιλογή Καγκελάριου, ακόμη και όταν το κόμμα του ερχόταν τρίτο στις δημοσκοπήσεις.

Η ανέλιξη του Όλαφ Σολτς υποδεικνύει μεταξύ άλλων ότι τελικά είναι η προσωπικότητα του υποψηφίου που διαδραματίζει τον καθοριστικό ρόλο, ειδικά σε μια εποχή όπου οι διαχωριστικές ιδεολογικές γραμμές των τριών πρώτων κομμάτων είναι εν πολλοίς δυσδιάκριτες. «It's the leader, stupid!», όπως γράφει εύστοχα ο Βρετανός Εργατικός και δημοσιογράφος 'Αντριου Αντόνις, στο νέο του βιβλίο, αναφερόμενος σε ηγέτες όπως ο Αβραάμ Λίνκολν, αλλά και ο Τζο Μπάιντεν ή ο Μπόρις Τζόνσον.

Οι μέχρι τώρα σοσιαλδημοκράτες καγκελάριοι ήταν πάντως πολύ διαφορετικοί από τον Όλαφ Σολτς: Βίλι Μπράντ, Χέλμουτ Σμιτ, Γκέρχαρντ Σρέντερ -τρεις εξαιρετικά λαμπερές προσωπικότητες. Ο Όλαφ Σολτς, ωστόσο, δεν είναι ούτε ιδιαίτερα φωτογενής ούτε επικοινωνιακά χαρισματικός. Μήπως ήταν οτιδήποτε από τα δύο η Άνγκελα Μέρκελ; Κι όμως. Κατάφερε όχι απλώς να κερδίσει τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά και να καθιερωθεί ως εγγυήτρια της σταθερότητας και του κέντρου. Επιπλέον, ο γερμανικός λαός έμαθε να εκτιμά την ευθύτητα, τους χαμηλούς τόνους και την αποτελεσματικότητα, ιδιότητες τις οποίες δεν αμφισβήτησε ποτέ στην απερχόμενη καγκελάριο, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές.

Όσο όμως και αν ο Όλαφ Σολτς φαίνεται να παίρνει πάνω του την υπόθεση των εκλογών, αν τελικά γίνει καγκελάριος, θα το χρωστάει σε μεγάλο βαθμό και στη βαριά πολιτική κληρονομιά του κόμματός του, η οποία βοήθησε ώστε το SPD να μη χάσει ποτέ -ούτε στα χειρότερά του- τη στόφα του μεγάλου «κυβερνητικού» κόμματος.

'Αρμιν Λάσετ (Χριστιανική Ένωση - CDU/CSU)

AP Photo/Michael Sohn

Αν ο Όλαφ Σολτς διεκδικεί με αξιώσεις την καγκελαρία, παρά την απρόθυμη στήριξη του κόμματός του, η υποψηφιότητα του 'Αρμιν Λάσετ αποτελεί καθαρό θρίαμβο των κομματικών μηχανισμών. Στις 26 Σεπτεμβρίου θα γνωρίζουμε εάν για να παραμείνει κανείς στην καγκελαρία αρκεί να ηγείται του κόμματος που κυβέρνησε την Γερμανία τα 52 από τα 72 χρόνια μετά τον Πόλεμο.

Ο 'Αρμιν Λάσετ εξελέγη αρχηγός του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU) τον περασμένο Ιανουάριο, εξασφαλίζοντας τη στήριξη της πλειοψηφίας των 1.001 συνέδρων, όταν όλες οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι οι Γερμανοί θα προτιμούσαν ξεκάθαρα τον αντίπαλό του, Φρίντριχ Μερτς. Αντίστοιχα, λίγους μήνες μετά, με τη στήριξη 46 ηγετικών στελεχών, επιβλήθηκε ως υποψήφιος καγκελάριος της Χριστιανικής Ένωσης (CDU/CSU), αν και πάλι ο έτερος διεκδικητής, Μάρκους Ζέντερ, ήταν σαφώς δημοφιλέστερος. Στις δύο κρίσιμες μάχες του ο κ. Λάσετ έδειξε ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει τους μηχανισμούς υπέρ του. Και το CDU όμως έδειξε ότι δεν γνωρίζει κάτι άλλο από μηχανισμούς.

Εκείνες τις μέρες φαινόταν ακόμη ότι ήταν αρκετό να κρατάει κανείς την σφραγίδα του CDU για να κερδίσει τις εκλογές. Κι ύστερα άρχισαν οι γκάφες και τα λάθη: Πότε τα γέλια του στην κάμερα ενώ ο ομοσπονδιακός πρόεδρος Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ εξέφραζε τη θλίψη του για τα θύματα των πλημμυρών στη δυτική Γερμανία, πότε τα περιστατικά λογοκλοπής στο βιβλίο που έγραψε το 2009 και πότε η αδυναμία του να ονομάσει έστω τα δύο πρώτα ζητήματα που θα τον απασχολήσουν από τη θέση του καγκελάριου, ο αρχηγός του CDU τείνει να θεωρηθεί «μη εκλέξιμος».

Το περιοδικό Der Spiegel, ακολουθώντας τον πρόσφατα σε προεκλογική περιοδεία, τον περιέγραψε ως «παραιτημένο, χωρίς διάθεση» πλέον να παλέψει για τη νίκη. Ταυτόχρονα, σχεδόν καθημερινά έρχονται στο φως υποθέσεις που υποδεικνύουν ότι ο υποψήφιος της Χριστιανικής Ένωσης πολύ δύσκολα θα μπορούσε να συγκριθεί με την Άνγκελα Μέρκελ. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της εποχής που δίδασκε σε μεταπτυχιακούς φοιτητές και... έχασε τη βαθμολογία τους. Αφού δήλωσε ψέματα ότι οι βαθμοί χάθηκαν στο ταχυδρομείο, προσφέρθηκε να τους επαναλάβει, με βάση τις σημειώσεις του. Κατέληξε όμως να βαθμολογήσει και φοιτητές, οι οποίοι δεν είχαν καν εξεταστεί…

Σε κάθε περίπτωση, ο 'Αρμιν Λάσετ είχε πέντε μήνες να αποδείξει ότι είχε δίκιο που επέμενε να ηγηθεί μιας από τις κρισιμότερες αναμετρήσεις για το κόμμα του. Τώρα ακόμη και οι Χριστιανοδημοκράτες τον στηρίζουν απρόθυμα, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία.

Σε ό,τι αφορά τις θέσεις του για τα μεγάλα θέματα, έχουν κατά καιρούς αποτελέσει αντικείμενο σχολίων και κριτικής. Το 2015 στήριξε σθεναρά την προσφυγική πολιτική της Μέρκελ, αλλά το 2017 η προεκλογική του καμπάνια εστιάστηκε στα θέματα εσωτερικής ασφάλειας και κατάχρησης ασύλου. Παλιότερα, όταν ακόμη ήταν υπουργός Ενσωμάτωσης στην Βόρεια Ρηνανία - Βεστφαλία, είχε «κερδίσει» τα παρατσούκλια «τουρκο-'Αρμιν» και «'Αρμιν Πασάς», λόγω της φιλελεύθερης στάσης του απέναντι στους μετανάστες, ενώ το 2014 δέχτηκε δριμεία κριτική στην Γερμανία, όταν μέσω Twitter, απευθύνθηκε στον τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Κέρι, κατηγορώντας τον ότι η Αμερική στήριζε το «Ισλαμικό Κράτος» και την «Αλ Νούσρα» κατά του προέδρου 'Ασαντ στην Συρία.

Γενικότερα, οι θέσεις του για τα μεγάλα θέματα της χώρας, τη μετάβαση στην ψηφιακή εποχή, την κλιματική αλλαγή, τον διεθνή εμπορικό ανταγωνισμό, υπαγορεύονταν μέχρι τώρα από καθαρά τοπικιστικά κριτήρια. Αντιστεκόταν στην πολιτική της καγκελαρίου για απολιγνιτοποίηση, ακριβώς επειδή τα συμφέροντα της περιοχής του ήταν διαφορετικά, ενώ επαναλάμβανε συχνά ότι «οι πολιτικές για το κλίμα δεν πρέπει να οδηγήσουν την οικονομία σε ασφυξία». Μια ενδεχόμενη μετεκλογική συνύπαρξη με τους Πράσινους θα απαιτήσει, προφανώς, μεγάλες αμοιβαίες παραχωρήσεις. Ο κ. Λάσετ είναι ωστόσο αδιαμφισβήτητος ευρωπαϊστής και ως πρώην ευρωβουλευτής γνωρίζει καλά ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι χώρος συνθέσεων και συνεργασιών. Επιπλέον, δηλώνει φανατικός κεντρώος.

Ο 60χρονος πρώην δημοσιογράφος, βουλευτής, ευρωβουλευτής, κρατιδιακός υπουργός και νυν πρωθυπουργός του πολυπληθέστερου κρατιδίου της Γερμανίας, της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, καυχιέται συχνά ότι όλα αυτά τα χρόνια έχει αποκτήσει μόνο φίλους. Σήμερα, ωστόσο δύσκολα μπορεί ακόμη να το πιστεύει. Αν την επόμενη Κυριακή ηττηθεί, δεν έχει να περιμένει και πολλά. Οι «εχθροί» βρίσκονται κυρίως στο δικό του στρατόπεδο και θα τον περιμένουν μόνο μέχρι τις 26 Σεπτεμβρίου.

Αναλένα Μπέρμποκ (Πράσινοι)

Stefanie Loos/Pool Photo via AP

Είναι νέα και πράσινη και ονειρεύεται να αλλάξει τη Γερμανία. Και αν οι δύο αντίπαλοί της συναγωνίζεται για το ποιος μοιάζει περισσότερο στην Άνγκελα Μέρκελ, η Αναλένα Μπέρμποκ παλεύει για να πείσει τους Γερμανούς να προχωρήσουν σε ανατροπές -και να εμπιστευθούν την ίδια για να τους οδηγήσει.

Η Μπέρμποκ συγκεντρώνει ούτως ή άλλως πολλές πρωτιές: Είναι η νεότερη υποψήφια καγκελάριος της Γερμανίας και η πρώτη υποψήφια καγκελάριος που ορίζεται στην ιστορία των Πρασίνων, οι οποίοι, μετά την ραγδαία δημοσκοπική άνοδό τους και την επιτυχία στις Ευρωεκλογές, τόλμησαν να ονειρευτούν ακόμη και την καγκελαρία. Έτσι κι αλλιώς, μετεκλογικά δύσκολα θα προκύψει κυβερνητικός συνασπισμός χωρίς τη συμμετοχή τους, γεγονός το οποίο καθιστά όλα όσα διακηρύσσουν ιδιαίτερα σημαντικά.

Μητέρα δύο κοριτσιών και απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών και Δημοσίου Δικαίου, η υποψήφια των Πρασίνων έχει αφιερώσει τα μισά της χρόνια στο κόμμα, στο οποίο εντάχθηκε το 2003. Το 2013 εξελέγη ομοσπονδιακή βουλευτής και το 2018 συμπρόεδρος του κόμματος.

Τότε η εμβληματική μορφή των γερμανών Πρασίνων και πρώην υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, ο Γιόσκα Φίσερ, είχε δηλώσει: «Η Αναλένα για μένα έρχεται από το τίποτα». Αντίστοιχα, μια εφημερίδα έγραψε: «Ποια Αναλένα;» Διαφορετική ήταν η άποψη του πρώην υπουργού Εσωτερικών Τόμας ντε Μεζιέρ (CDU), ο οποίος διαβουλεύτηκε μαζί της επί εβδομάδες στις διερευνητικές επαφές για τον σχηματισμό κυβέρνησης μετά τις εκλογές του 2017:

«Αυτή η γυναίκα με εντυπωσιάζει. Στις διερευνητικές διαπραγματεύσεις μου έκανε πολύ καλή εντύπωση, ήταν πάντα ενημερωμένη και πάντα ουσιαστική».

Οι συζητήσεις είναι γνωστό ότι δεν απέδωσαν και η Αναλένα Μπέρμποκ, τότε αρχηγός της τοπικής οργάνωσης στο Βρανδεμβούργο, έχασε ενδεχομένως την ευκαιρία να αναλάβει κυβερνητικό πόστο. Αυτό καταλογίζεται σήμερα και ως η σημαντικότερη αδυναμία της, ενόψει των εκλογών. Ενώ θεωρείται ικανή, διαβασμένη, πειθαρχημένη και ομαδικός παίκτης, οι επικριτές της τονίζουν την απειρία της σε ό,τι αφορά πραγματικές ευθύνες διοίκησης, έστω σε κρατιδιακό επίπεδο. Επιπλέον, την θεωρούν υπερβολικά «ωμή» στις τοποθετήσεις της, κάτι που, όπως φαίνεται, για το κόμμα της δεν αποτελεί πρόβλημα. Η ίδια πάντως, δίνει σ' αυτό από την πρώτη στιγμή την ίδια απάντηση: «Αν το θέμα ήταν μόνο η κυβερνητική εμπειρία, τότε θα έπρεπε απλώς να συνεχίσουμε με τον μεγάλο συνασπισμό», δηλώνει.

Το «πείραμα Μπέρμποκ» των Πρασίνων δεν είναι προφανώς χωρίς ρίσκο. Ο έτερος συμπρόεδρος, Ρόμπερτ Χάμπεκ, ήταν σαφώς δημοφιλέστερος. Οι Πράσινοι όμως, στους οποίους τα τελευταία χρόνια έχει ενισχυθεί η τάση των «ρεαλιστών», έκαναν την λιγότερο ασφαλή, αλλά την πλέον συνεπή επιλογή, εμπιστευόμενοι μια νέα γυναίκα απέναντι στα «βαριά κομματικά χαρτιά» των δύο άλλων κομμάτων. Αυτό, στη σημερινή Γερμανία, στο τέλος της «εποχής Μέρκελ», με μια κοινωνία εξαντλημένη από την πανδημία, αλλά και από την επιμονή των παραδοσιακών κομμάτων στην ομφαλοσκόπηση, θα μπορούσε και να αποδειχτεί εξαιρετικά σοφή κίνηση.

«Ναι, κάναμε λάθη και τα βάζω με τον εαυτό μου. Αλλά ξέρω πού θέλω να πάω», λέει σε κάθε ευκαιρία η υποψήφια καγκελάριος, αποδεικνύοντας ότι έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που οι ιδρυτές του κόμματος διαφήμιζαν τις ριζοσπαστικές τους απόψεις και τις αντισυστημικές τους διαθέσεις. Όπως έχει περάσει και πολύς καιρός από τότε που οι γονείς της, τη δεκαετία του '80, την έπαιρναν μαζί τους σε αντι-ΝΑΤΟϊκές διαδηλώσεις. Η ουσία του αγώνα των Πρασίνων ήταν τότε ακόμη η αντιπολίτευση. Για την Μπέρμποκ, ριζοσπαστική θα ήταν τώρα η εξουσία. Σήμερα, δεν είναι λίγοι εκείνοι οι Γερμανοί που βλέπουν πλέον τους Πράσινους ως ένα σύγχρονο κόμμα που στηρίζει την Ευρώπη, τις γυναίκες και τους πρόσφυγες, παραμένοντας πιστό στις οικολογικές αρχές του.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

× Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης