CULTURE

Ευαγγελία Μουμούρη: «Το ωραίο της ζωής αρχίζει όταν σταματήσεις να την θεωρείς δεδομένη»

Στέλιος Παπαγρηγορίου Στέλιος Παπαγρηγορίου - CNN Greece

ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ • ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 62

Ευαγγελία Μουμούρη: «Το ωραίο της ζωής αρχίζει όταν σταματήσεις να την θεωρείς δεδομένη»

00.00/21:52

«Η αλήθεια είναι ότι όλοι μας θεωρούμε δεδομένη τη ζωή μας. Νομίζω μέχρι τα 45, θεωρείς ότι η ζωή σου είναι δεδομένη. Μετά βλέπεις σιγά - σιγά τους φίλους σου, τους μεγαλύτερους φίλους σου, λίγο να δυσκολεύονται. Βλέπεις τους γονείς σου να φεύγουν. Μετά αρχίζεις σιγά σιγά να λες, μάλλον δεν είναι τόσο δεδομένη η ζωή μου. Και τότε αρχίζει το ωραίο της ζωής. Μόνο τότε. Δηλαδή τη στιγμή που καταλαβαίνεις ότι δεν θα την έχεις για πάντα, τότε αρχίζει το ωραίο»: η Ευαγγελία Μουμούρη μιλά στο Επί Σκηνής του CNN Greece για τη ζωή με έναν τρόπο που μοιάζει να συναντά απευθείας τη νέα της θεατρική ηρωίδα.

Στη «Μια Κανονική Μέρα» της Κατερίνας Γιαννάκου, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Τσαφούλια, μια γυναίκα βλέπει την καθημερινότητά της να ανατρέπεται μέσα σε μία στιγμή και καλείται να συνεχίσει, περνώντας από τον θυμό, την απώλεια, τη μοναξιά και τελικά την ανάγκη να ξαναστήσει τη ζωή της από την αρχή.

moumouri

Η Ευαγγελία Μουμούρη μιλάει στο Επί Σκηνής.

Νίκος Ραζής/CNN Greece

Με τον Σωτήρη Τσαφούλια, άλλωστε, η Μουμούρη έχει ήδη μοιραστεί μια σημαντική διαδρομή μέσα από το «Ριφιφί».

Η πρώτη τους γνωριμία, πριν ακόμη γίνει η συνεργασία τους, είχε μια δόση από το χιούμορ που χαρακτηρίζει και την ίδια:

«Ήμουν σε μια πρεμιέρα και συζητούσαμε, έρχεται ο Σωτήρης, μου λένε από εδώ ο Σωτήρης, χαίρω πολύ. Μου μιλάει στον πληθυντικό και μου λέει, να ξέρετε, είμαι θαυμαστής σας. Και εγώ, έτσι όπως ήμουνα καθισμένη, του λέω, ‘’δεν σας αδικώ’’. Μετά από αυτό, λες, αν είχα μία ευκαιρία να δουλέψω τώρα με τον άνθρωπο, που είχα δει και το ‘’Έτερος εγώ’’, που τον είχα δει στην τηλεόραση, να μιλάει τόσο ωραία κτλ, την είχα μόνη μου αφαιρέσει, την είχα διώξει, την είχα κλωτσήσει, θα έλεγα. Μετά πήγα στο σπίτι μου το βράδυ και έλεγα, πω πω, τι είπα τώρα στον άνθρωπο, θα νομίζει ότι είμαι κανένα ψώνιο και όλα αυτά. Αυτή ήταν η γνωριμία. Τελείωσε όλο αυτό. Δεν τον ξαναείδα ποτέ. Μέχρι εκείνο το μεσημέρι ενός καλοκαιριού, που με πήρε τηλέφωνο και μου λέει, γεια σου, είμαι ο Σωτήρης Τσαφούλιας. Λέω από μέσα μου, έλα, εντάξει τώρα ποιος είναι, κάποιος μου κάνει πλάκα. Μου είπε μέσα σε πέντε λεπτά όλη την ιστορία του Ριφιφί.»

Το «Ριφιφί» έφερε τη Μουμούρη σε μια εμπειρία εντελώς διαφορετική από όσα είχε συνηθίσει μέχρι τότε, με τα γυρίσματα να πραγματοποιούνται ακόμη κάτω από τη γη. Η ίδια θυμάται τις δύσκολες συνθήκες, αλλά κυρίως την αίσθηση ότι βρισκόταν μέσα σε μια πραγματικότητα που την είχε παρασύρει ολοκληρωτικά:

«Εγώ το βίωσα λίγο σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Γιατί ήταν τόσο οργανωμένη η παραγωγή, που δεν χρειαζόταν να ασχοληθώ με κάτι. Μας τα είχαν εξηγήσει όλα υπέροχα. Υπήρχαν σπηλαιολόγοι παντού. Δεν φοβόσουν. Έχω λίγο κλειστοφοβία. Αλλά επειδή είχε και ο Χρήστος, ο Χατζηπαναγιώτης, δεν το είπα κι εγώ. Ο,τι δεν λες δεν υπάρχει. Ήταν οι συνθήκες αρκετά δύσκολες. Όμως την πραγματικότητα για μένα, το ζούσα 100% οπότε δεν είχε περιθώριο για κούραση, ούτε για αγωνία, άγχος, φόβο».

Moumouri

Η Ευαγγελία Μουμούρη μιλάει στο Επί Σκηνής.

Νίκος Ραζής/CNN Greece

Από το «Ριφιφί» και την ένταση των γυρισμάτων, η κουβέντα επιστρέφει στην απώλεια, που βρίσκεται και στην καρδιά της παράστασης «Μια Κανονική Μέρα».

Η Μουμούρη δεν μιλά γι' αυτήν μόνο μέσα από τον ρόλο. Ένα πρόσφατο προσωπικό περιστατικό, η απώλεια ενός παλιού φίλου και η συνάντηση με τη γυναίκα του μετά την κηδεία, της έδωσαν μια ακόμη αφορμή να σκεφτεί τι σημαίνει να συνεχίζεις όταν ένας άνθρωπος που αποτελούσε μέρος της ζωής σου δεν υπάρχει πια:

«Πριν από λίγες εβδομάδες πέθανε ένας φίλος μου από το πανεπιστήμιο στον Όλυμπο και πήγαμε στην κηδεία. Μετά βρεθήκαμε στο τραπέζι και ήμασταν όλοι μαζί, οι συμφοιτητές και η γυναίκα του. Και κάποια στιγμή κοιτούσα τον άλλον και γέλαγε, έλεγα από μέσα μου, κοίτα τον έχει ξεχάσει το Λουκά. Κοιτούσα τον άλλον ενώ τρώγαμε. Έλεγα, ναι, ναι, τώρα τον έχουν ξεχάσει το Λουκά. Ενώ αυτό είναι δικό μου, ξέρεις. Έλεγα, θα τον θυμόμαστε το Λουκά; Και όταν ρώτησα τη γυναίκα του, τι νιώθεις τώρα. Μου λέει, με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, τι να σου πω. Έχω θυμό. Έχω θυμό. Και μου το είπε με ένα χαμόγελο. Ούτε με δάκρυα, ούτε τίποτα. Γιατί αυτή η γυναίκα οφείλει να συνεχίσει. Γιατί έχει ένα παιδί. Και αναρωτιόμαστε κι εμείς, πώς θα τον δούμε ξανά το φίλο μας. Θα κάνουμε ένα πάρτι. Θα κάνουμε πάρτι στη γυναίκα του. Θα συζητάμε για αυτόν. Όμως εμείς θα φύγουμε. Η γυναίκα αυτή με το παιδί θα είναι... θα κλείσει η πόρτα και θα είναι μόνοι τους».

Η σχέση της με το κοινό είναι μια άλλη πλευρά της ίδιας δουλειάς. Η Μουμούρη έχει περάσει τρεις δεκαετίες σε τηλεόραση και θέατρο, χωρίς να αισθάνεται ότι έκανε ποτέ μια «τρελή επιτυχία» που να ταυτίζεται αποκλειστικά μαζί της. Αντίθετα, αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα στους ρόλους που έχει ερμηνεύσει και στις στιγμές που οι θεατές τής επιστρέφουν κάτι από τη δουλειά της:

«Δεν έχω κάνει δική μου τρελή επιτυχία Έχω κάνει επιτυχία σε ρόλους. Κυκλοφορώ και μου λένε «Α, η Ευλόγησον», «Α, η χήρα του Φατσέα». Αλλά υπάρχουν άλλοι που έχουν περάσει χειρότερα. Δηλαδή, ο Σάκης Ρουβάς έχει περάσει χειρότερα από μένα. Οπότε δεν μπορώ να πω... Τι είμαι εγώ μπροστά στον Σάκη Ρουβά που του σκίζουν τα πουκάμισα; Εμένα δεν μου έχει σκίσει κανείς κανένα πουκάμισο. Με πολύ χαρά τα δέχομαι αυτά, γιατί δεν είναι κάτι ενοχλητικό. Χαίρομαι πολύ γιατί αυτό σημαίνει ότι η δουλειά που κάνουμε, που είναι στην πραγματικότητα, μπορεί να είναι ομαδική, αλλά είναι και αρκετά μοναχική. Δηλαδή, εγώ ξυπνάω το πρωί, έξι ώρα, πηγαίνω, κάνω τη δουλειά μου στη τηλεόραση, μετά πηγαίνω στο θέατρο, μπαίνω σε ένα άδειο θέατρο, μπαίνει ο κόσμος, όταν βγαίνω έχει φύγει ο κόσμος, πάλι είναι άδειο το θέατρο. Δεν ξέρω ακριβώς πολλές φορές ποιο είναι το αντίκρισμα αυτής της δουλειάς μου. Όταν λοιπόν έρχονται και νέα παιδιά και πιο μεγάλοι και μου λένε «Σε είδαμε στη τηλεόραση και πω πού τι ωραίο», για μένα είναι πολύ συγκινητικό. Και πόσο περισσότερο τώρα με το Ριφιφί, που βλέπω μία συγκίνηση στα μάτια των ανθρώπων που δεν την είχα δει.»