CULTURE

Απόστολος Γιώτας: «Προσπαθώντας να συμφιλιωθούμε με τη μοναξιά, κερδίζουμε λίγο παραπάνω χρόνο»

Απόστολος Γιώτας: «Προσπαθώντας να συμφιλιωθούμε με τη μοναξιά, κερδίζουμε λίγο παραπάνω χρόνο»

Ο Απόστολος Γιώτας.

Ο Απόστολος Γιώτας μιλά στο CNN Greece με αφορμή την πρώτη του συλλογή διηγημάτων «Κάτι» και εξηγεί πώς το μαύρο χιούμορ συναντά την τραγικότητα, τι κρύβεται πίσω από τον αόριστο τίτλο του βιβλίου και γιατί, όπως λέει, «το μόνο που χρειάζεται είναι να θυμόμαστε να αφήνουμε τους κωμικούς ''λεκέδες'' μας».

Υπάρχουν βιβλία που επιχειρούν να βάλουν τάξη στην πραγματικότητα και άλλα που προτιμούν να κοιτάξουν κατάματα το παράλογο, το σκοτεινό και το τραγικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

Το «Κάτι» του Απόστολου Γιώτα ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Η πρώτη συλλογή διηγημάτων του, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν, αποτελείται από έντεκα ιστορίες στις οποίες συναντώνται η απώλεια, η μοναξιά, η αποτυχία, ο θάνατος και οι μικρές ή μεγάλες παραμορφώσεις της καθημερινότητας.

5347-0921.jpg

Το χιούμορ δεν λειτουργεί ως αντίβαρο στο σκοτάδι, αλλά ως ένας παράξενος τρόπος να συνυπάρχει κανείς μαζί του.

Ο ίδιος περιγράφει αυτή τη συνύπαρξη με μια εικόνα σχεδόν χειροπιαστή: «Η τραγικότητα φαντάζει σαν μια ευθεία, σχεδόν διάφανη και πορώδης γραμμή που διατρέχει κάθε ύπαρξη από την αρχή ως το τέλος».

Απέναντί της τοποθετεί την κωμικότητα, μια καμπύλη που διασταυρώνεται αναπόφευκτα μαζί της, αφήνοντας «κωμικούς λεκέδες» πάνω στη συνεχή τραγικότητα. Είναι ένας τρόπος γραφής που χαρακτηρίζει και το «Βερολίνο», το διήγημα που διακρίθηκε στον διαγωνισμό του «Αναγνώστη» το 2025 και προηγήθηκε της έκδοσης του βιβλίου.

Πίσω όμως από το χιούμορ υπάρχει κάτι βαθύτερο: η προσπάθεια να συνεχίσουμε παρά τις απώλειες, τις αποτυχίες και τις διαψεύσεις. «Αυτό το “κάτι” είναι αυτό που σε κάνει να συνεχίζεις, να μην το βάζεις κάτω», λέει ο Γιώτας, εξηγώντας τελικά και τον αινιγματικό τίτλο της συλλογής. Ένα «κάτι» διαφορετικό για τον καθένα, που δεν είναι απαραίτητα υπαρκτό ή απόλυτα κατανοητό, αλλά βρίσκεται κάπου εκεί και μας κρατά σε κίνηση.

Στη συζήτησή μας για το Bookreads του CNN Greece, με αφορμή την έκδοση του «Κάτι», ο Απόστολος Γιώτας μιλά για τη σχέση του κωμικού με το τραγικό, για τους ήρωες που κατοικούν στο περιθώριο, για το «Βερολίνο», για την ανάγκη να αφήνουμε τους δικούς μας «λεκέδες» πάνω στην πραγματικότητα, αλλά και για τη ζωή που, όπως διαπιστώνει, βρίσκεται σχεδόν ολόκληρη μέσα στα έντεκα διηγήματα.

Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη:

Στο «Κάτι» συναντάμε ήρωες και καταστάσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοκ, λύπη ή αμηχανία, όμως συχνά τις αντιμετωπίζετε με μαύρο χιούμορ και μια σχεδόν παράλογη ψυχραιμία. Πού τελειώνει για εσάς το κωμικό και πού αρχίζει το τραγικό;

Απόστολος Γιώτας: Επειδή μου είναι δύσκολο να το εξηγήσω αλλιώς, θα προσπαθήσω να το οπτικοποιήσω. Η τραγικότητα φαντάζει σαν μια ευθεία, σχεδόν διάφανη και πορώδης γραμμή που διατρέχει κάθε ύπαρξη από την αρχή ως το τέλος, χωρίς κενά ή διακυμάνσεις, και έτσι είναι εξαιρετικά δύσκολο να την αγνοήσει κανείς. Ευτυχώς, όμως, έχει μεγάλη απορροφητικότητα. Η κωμικότητα, από την άλλη, είναι μια καμπύλη που άλλοτε κινείται πάνω από την τραγικότητα και τις περισσότερες φορές, δυστυχώς, κάτω από αυτήν, αλλά έχει σχεδόν μηδενική απορροφητικότητα. Μοιραία, λοιπόν, σε κάποια σημεία τέμνονται. Σε αυτά ακριβώς τα σημεία υπάρχει η δυνατότητα να αφήσουμε κάποιους κωμικούς λεκέδες, οι οποίοι καταφέρνουν άμεσα να διαποτίσουν τη συνεχή τραγικότητα. Το παράδοξο είναι πως ακόμα και σε περιόδους έντονης κυκλοθυμίας τα σημεία τομής απλά αυξάνονται! Συνεπώς, το μόνο που χρειάζεται είναι να θυμόμαστε να αφήνουμε τους λεκέδες μας. Απλό δεν είναι;

Τα έντεκα διηγήματα μοιάζουν διαφορετικά μεταξύ τους, αλλά επιστρέφουν διαρκώς σε ανθρώπους που βρίσκονται στο περιθώριο, σε αδιέξοδο ή αντιμέτωποι με κάποια μορφή απώλειας. Θα λέγατε ότι το «Κάτι» είναι τελικά ένα βιβλίο για τη μοναξιά και την ανθρώπινη αποτυχία ή υπάρχει μέσα του και μια προσπάθεια συμφιλίωσης με αυτά;

Απόστολος Γιώτας: Όλα αυτά μαζί, νομίζω. Σίγουρα η προσπάθεια για τη συμφιλίωση με αυτού του είδους τις καταστάσεις υπερτερεί αλλά, δυστυχώς, αρκετές φορές παραμένει απλά προσπάθεια χωρίς άμεσα ορατό αποτέλεσμα. Ακόμα κι έτσι, όμως, προσπαθώντας και μόνο, καταφέρνουμε να κερδίσουμε λίγο παραπάνω χρόνο και ίσως και να ξεχάσουμε έστω για λίγο τη μοναξιά, την αποτυχία, την αδικία, την απώλεια και τη μοίρα μας τη μαύρη. Ειδάλλως, το μόνο που μας μένει είναι να κάτσουμε να κοιτάμε τον ήλιο και να βάλουμε τη γάτα μας να κλαίει. Είναι κι αυτή ίσως μια λύση, αν και προσωπικά δε μου ταιριάζει καθόλου, άσε που δεν έχω και γάτα...

img5145.jpg

Ο Απόστολος Γιώτας.

Στο διήγημα «Βερολίνο», που προηγήθηκε της έκδοσης και διακρίθηκε στον διαγωνισμό του «Αναγνώστη», η εξάρτηση, η φτώχεια, ο θάνατος και η κοινωνική αδιαφορία συνυπάρχουν με ένα πολύ ιδιαίτερο χιούμορ. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο όταν γράφετε για τόσο σκοτεινές πλευρές της πραγματικότητας: να τις καταγγείλετε, να τις απογυμνώσετε ή να τις κάνετε πιο ανεκτές μέσα από το χιούμορ;

Απόστολος Γιώτας: Η συγκεκριμένη ιστορία, επειδή είναι η πλέον κοντινή και συναισθηματικά φορτισμένη για εμένα, με δυσκολεύει πολύ ακόμα και στην ανάγνωσή της. Ο πρωταρχικός σκοπός ήταν να δω το γεγονός από απόσταση (διαβάζοντάς το), μήπως και καταλάβω τι έγινε ή τι θα έπρεπε να γίνει. Αν θυμάμαι καλά, την διάβασα μία φορά πριν την στείλω στον «Αναγνώστη» κι άλλη μία όταν δημοσιεύτηκε, δεν κατάφερα και πολλά. Ίσως ξαναπροσπαθήσω κάποια στιγμή... Γενικότερα, πάντως, όλες τις σκοτεινές πλευρές της πραγματικότητας προσπαθώ να τις διανθίσω με λίγο χιούμορ, να αφήσω τους λεκέδες που λέγαμε νωρίτερα. Δεν ξέρω άλλον τρόπο.

Ο τίτλος «Κάτι» είναι σκόπιμα αόριστος, ενώ μέσα στο βιβλίο υπάρχουν πολύ συγκεκριμένες, ακόμη και ακραίες εικόνες και περιστατικά. Τι είναι τελικά αυτό το «κάτι» του τίτλου; Είναι κάτι που υπάρχει μέσα σε όλες αυτές τις ιστορίες ή κάτι που ο αναγνώστης καλείται να ανακαλύψει μόνος του;

Απόστολος Γιώτας: Αυτή κι αν είναι ερώτηση... Η αρχική ιδέα ήταν να χρησιμοποιήσω την (σχεδόν) τελευταία λέξη του βιβλίου σαν τίτλο του συγκεκριμένου κεφαλαίου, κλέβοντας από τον Richard Brautigan στο «Ψάρεμα της πέστροφας στην Αμερική» (Το κεφάλαιο της μαγιονέζας). Έτυχε, όμως, η λέξη στην περίπτωσή μου να είναι «κάτι». Η αλήθεια είναι πως στην αρχή μου φάνηκε όντως αόριστη και ίσως ανεπαρκής για τίτλο. Αλλά μετά σκέφτηκα ότι αυτό το «κάτι» είναι αυτό που σε κάνει να συνεχίζεις, να μην το βάζεις κάτω. Δεν είναι το ίδιο για όλους, δεν είναι απαραίτητα υπαρκτό ούτε απόλυτα κατανοητό. Σαν ένας συνδυασμός ζωτικού ψεύδους και κβαντικής θεωρίας, ποτέ δεν κατάλαβα κανένα από τα δύο. Παρόλα αυτά βρίσκεται πάντα κάπου τριγύρω, έχοντας μια νεφελώδη υπόσταση, κάτι κάνουμε, κάτι λέμε, κάτι ακούμε, κάτι παθαίνουμε και έτσι βρίσκουμε μαλλί να ξάνουμε. Αλλιώς, είπαμε, ήλιος και γάτα. Συμπερασματικά, λοιπόν, και με πολύ λιγότερα λόγια, ΔΕΝ ΕΧΩ ΙΔΕΑ!

Έχετε γράψει ένα πρώτο βιβλίο έπειτα από πενήντα χρόνια ζωής και καλλιτεχνικών αναζητήσεων, χωρίς να ακολουθήσετε –όπως λέτε– τα «πατημένα μονοπάτια». Αν ξανακοιτάξετε σήμερα αυτά τα έντεκα διηγήματα, αισθάνεστε ότι μέσα τους αποτυπώνεται περισσότερο ο άνθρωπος που ήσασταν όλα αυτά τα χρόνια ή ο συγγραφέας που μόλις τώρα αποφασίσατε να γίνετε;

Απόστολος Γιώτας: Ευτυχώς που αυτή είναι η τελευταία ερώτηση γιατί διαπιστώνω πως ο βαθμός δυσκολίας ανεβαίνει εκθετικά! (Δύο ώρες μετά...). Ξανακοίταξα τα διηγήματα, λοιπόν, και διαπίστωσα πως σχεδόν όλη η (μισή) ζωή μου βρίσκεται εκεί και μάλιστα με αυστηρή χρονολογική σειρά. Συνεπώς αποτυπώνεται σίγουρα ο άνθρωπος που ήμουν τόσα χρόνια αλλά, από την άλλη, δεν νομίζω πως έχω αλλάξει και ιδιαίτερα από την εφηβεία και μετά. Ούτε καλύτερος, ούτε χειρότερος. Ό,τι ήταν να γίνει και να συμβεί έγινε αρκετά νωρίτερα, δυστυχώς, στερώντας μου το προνόμιο της εξέλιξης και πιθανότατα της έκπληξης. Έτσι, μοιραία, όσοι έχουν την ατυχία να με γνωρίζουν από παλιά πρέπει να με έχουν πια βαρεθεί, αν όχι σιχαθεί. Ίσως θα έπρεπε κάποια στιγμή να κάνω «Κάτι» γι’ αυτό... Ή μήπως έχω ήδη κάνει;